Ως άλλος Μπαλμπόα ξυπνάω την Κυριακή, Πρωταπριλιά λέω, κάποιος μου κάνει πλάκα! Μετά από δυο-τρεις δοξολογίες και άλλα τόσα απολυτίκια με επιπλήττω: "Dorothy, τσ τσ τσ, ντροπή! Είναι πρωτομηνιά και Σαρακοστή, δεν κάνει...", "Οκ, δίκιο έχεις!" μου απαντάω (αυτό, που κάνω διάλογο με τον εαυτό μου, μήπως πρέπει να το κοιτάξω;) και βγαίνω για μια βόλτα. Στην επιστροφή, βλέπω μια κυριούλα που γνωρίζω μόνο εξ όψεως στην είσοδο του σπιτιού της. "Έλα, βγες!" λέει με γλυκερή φωνή σε κάποιον που εγώ δεν βλέπω (επειδή ο άγνωστος χ είναι ακόμα μέσα στο σπίτι κι εγω κάμποσα μέτρα μακριά, όχι λόγω του τουμπανιασμένου οφθαλμού, νταξ ; ). Σκέφτομαι, η Dorothy, ότι μιλάει στο εγγονάκι της. "Έλα που σου λέω τώρα... Βγες έξω!", τα παίρνει ελαφρώς η κυριούλα. Α, μπορεί να μην μιλάει στο εγγονάκι της, μπορεί να μιλάει στο σκυλάκι της ή στο γατάκι της. "Έλα, βγες και κατέβα τα σκαλάκια!", ξαναπαίρνει το γλυκό της ύφος. Κι ενώ κοντεύω να φτάσω μπροστά στο σπίτι της μανδάμ και να μου λυθεί η απορία, ποιόν θέλει τέλος πάντων να βγάλει βόλτα με το ζόρι, βλέπω να βγαίνει από την πόρτα ένας κόκορας. Κάγκελο η Dorothy! Βρε μήπως το κολλύριο ήταν ληγμένο και άρχισαν παρενέργειες; Η κυριούλα συνεχίζει - πότε με το καλό πότε με το άγριο - να υποδεικνύει στον κόκορα που να πάει και τι να κάνει κι εγώ απομακρύνομαι κατακλυσμένη από μια παράξενη αίσθηση ότι περπατάω μέσα σε πίνακα του Νταλί ή σε ταινία του Ντέιβιντ Λιντς ή -έστω!- σε μια φάρμα του Φέισμπουκ.
Από εκείνο το πρωί αναρωτιέμαι για ποιο λόγο μπορεί κάποιος που ζει στην πόλη να φιλοξενεί στο σπίτι του έναν κόκορα και απάντηση δεν βρίσκω. Αν ήταν κότα, θα έλεγα ότι τη θέλει για να έχει αβγά ημέρας. Μήπως τον έχει για ξυπνητήρι; Αν ναι, οι γείτονες τι λένε περι τούτου; Και που έχει ο κόκορας τον προσωπικό του χώρο, αφού το συγκεκριμένο σπίτι δεν έχει κήπο ή αυλή; Στον φωταγωγό; Σε μια γωνίτσα στο σαλόνι; Και αυτό είναι νόμιμο; Κι αν είναι νόμιμο, είναι ηθικό; Ο κόκορας δεν έχει δικαιώματα; Και, δεδομένου ότι η αφεντικίνα του κόκορα διαθέτει μάτι τσακίρικο και πονηρό, είμαι υπερβολικά καχύπτοπτη όταν σκέφτομαι μήπως, λέω μήπως, ο τελευταίος περίπατος του κοκορίκου είναι προς την κουζίνα;












