Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δρόμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δρόμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Οι κότες υπάγονται στα κατοικίδια;


Εναλλακτικός τίτλος: "Με το κολλύριο στο χέρι".

Φέτος χάρηκα πολύ τον ερχομό της άνοιξης. Αν και είμαι λάτρης του χειμώνα, ο φετινός ήταν πολύ βαρύς, έφερε πολλή μαυρίλα και τέλος πάντων δε νομίζω ότι θα μου λείψει. Τωρα, όμως, ήρθαν μεγάλες φωτεινές μέρες, ο ήλιος λάμπει, τα πουλάκια τιτιβίζουν, τα λουλούδια ανθίζουν, τα μάτια δακρύζουν... Α ναι, μαζί με όλα αυτά ήρθαν και κάτι ξεγυρισμένες αλλεργίες: κοιτάζεσαι τη μια μέρα στον καθρέφτη και βλέπεις τον ροδομάγουλο και ροδοπέταλο εαυτό σου, κοιτάζεσαι την επόμενη και βλέπεις τον Ρόκυ Μπαλμπόα μετά από το ματς.

Ως άλλος Μπαλμπόα ξυπνάω την Κυριακή, Πρωταπριλιά λέω, κάποιος μου κάνει πλάκα! Μετά από δυο-τρεις δοξολογίες και άλλα τόσα απολυτίκια με επιπλήττω: "Dorothy, τσ τσ τσ, ντροπή! Είναι πρωτομηνιά και Σαρακοστή, δεν κάνει...", "Οκ, δίκιο έχεις!" μου απαντάω (αυτό, που κάνω διάλογο με τον εαυτό μου, μήπως πρέπει να το κοιτάξω;) και βγαίνω για μια βόλτα. Στην επιστροφή, βλέπω μια κυριούλα που γνωρίζω μόνο εξ όψεως στην είσοδο του σπιτιού της. "Έλα, βγες!" λέει με γλυκερή φωνή σε κάποιον που εγώ δεν βλέπω (επειδή ο άγνωστος χ είναι ακόμα μέσα στο σπίτι κι εγω κάμποσα μέτρα μακριά, όχι λόγω του τουμπανιασμένου οφθαλμού, νταξ ; ). Σκέφτομαι, η Dorothy, ότι μιλάει στο εγγονάκι της. "Έλα που σου λέω τώρα... Βγες έξω!", τα παίρνει ελαφρώς η κυριούλα. Α, μπορεί να μην μιλάει στο εγγονάκι της, μπορεί να μιλάει στο σκυλάκι της ή στο γατάκι της. "Έλα, βγες και κατέβα τα σκαλάκια!", ξαναπαίρνει το γλυκό της ύφος. Κι ενώ κοντεύω να φτάσω μπροστά στο σπίτι της μανδάμ και να μου λυθεί η απορία, ποιόν θέλει τέλος πάντων να βγάλει βόλτα με το ζόρι, βλέπω να βγαίνει από την πόρτα ένας κόκορας. Κάγκελο η Dorothy! Βρε μήπως το κολλύριο ήταν ληγμένο και άρχισαν παρενέργειες; Η κυριούλα συνεχίζει - πότε με το καλό πότε με το άγριο - να υποδεικνύει στον κόκορα που να πάει και τι να κάνει κι εγώ απομακρύνομαι κατακλυσμένη από μια παράξενη αίσθηση ότι περπατάω μέσα σε πίνακα του Νταλί ή σε ταινία του Ντέιβιντ Λιντς ή -έστω!- σε μια φάρμα του Φέισμπουκ.

Από εκείνο το πρωί αναρωτιέμαι για ποιο λόγο μπορεί κάποιος που ζει στην πόλη να φιλοξενεί στο σπίτι του έναν κόκορα και απάντηση δεν βρίσκω. Αν ήταν κότα, θα έλεγα ότι τη θέλει για να έχει αβγά ημέρας. Μήπως τον έχει για ξυπνητήρι; Αν ναι, οι γείτονες τι λένε περι τούτου; Και που έχει ο κόκορας τον προσωπικό του χώρο, αφού το συγκεκριμένο σπίτι δεν έχει κήπο ή αυλή; Στον φωταγωγό; Σε μια γωνίτσα στο σαλόνι; Και αυτό είναι νόμιμο; Κι αν είναι νόμιμο, είναι ηθικό; Ο κόκορας δεν έχει δικαιώματα; Και, δεδομένου ότι η αφεντικίνα του κόκορα διαθέτει μάτι τσακίρικο και πονηρό, είμαι υπερβολικά καχύπτοπτη όταν σκέφτομαι μήπως, λέω μήπως, ο τελευταίος περίπατος του κοκορίκου είναι προς την κουζίνα;

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Ο κλέφτης



Είναι πολύ πρωί, ο καιρός πολύ μουντός και εγώ πολύ νυσταγμένη. Είμαι σίγουρη πως πάνω σε κάθε ένα εγκεφαλικό κύτταρό μου αναβοσβήνει σαν πινακίδα νέον η ένδειξη "χρειάζομαι καφέ". Προσεύχομαι σιωπηλά στον θεό των δημόσιων υπηρεσιών να μην με "εξυπηρετήσει" (εντός πολλών εισαγωγικών) πάλι η υπάλληλος στην οποία έχω δώσει το κωδικό όνομα "ΑΓ εις τον κύβο": ΑΓέλαστη, ΑΓενής, ΑΓριόφατσα. Είμαι κοντά στον προορισμό μου όταν διαπιστώνω ότι από τις πέντε εργάσιμες της εβδομάδας, εγώ διάλεξα τη μέρα που γίνεται λαϊκή αγορά στην περιοχή και δεν υπάρχει εναλλακτική διαδρομή που να με βολεύει, εκτός από αυτή που περνάει μέσα από την αγορά.


Προχωράω, λοιπόν, στον στενό διάδρομο που αφήνουν οι πάγκοι που είναι στημένοι δεξιά και αριστερά στον δρόμο, τεράστιες ομπρέλες που προστατεύουν την πραμάτεια των πωλητών μου κρύβουν τις αδύναμες αχτίδες του ήλιου, ενώ δυνατές φωνές όχι μόνο διαφημίζουν τις πιο κόκκινες ντομάτες της υφηλίου και την καλύτερη πατάτα που δοκιμάσατε ποτέ, αλλά και σχολιάζουν ποικιλοτρόπως την επικαιρότητα, σε απίστευτα ντεσιμπέλ. Κύριοι στήνουν πηγαδάκια στις γωνίες, κυρίες διαλέγουν προσεκτικά κολοκυθάκια και μπανάνες, γιαγιάδες σέρνουν τα φορτωμένα καρότσια τους και μάλλον ακολουθούν οδηγίες από κάποιες πινακίδες, ορατές μόνο σε αυτές, που επιβάλλουν υποχρεωτική πορεία πάνω από τα δάχτυλα των ποδιών όσων βρεθούν στον δρόμο τους. Ένας μικρόσωμος σκύλος έχει ξαπλώσει τεμπέλικα στη μέση του δρόμου και κοιμάται, αδιαφορώντας για τους περαστικούς που κάνουν σλάλομ επί ασφάλτου για να τον αποφύγουν.

Η ατμόσφαιρα θυμίζει πανηγύρι, γεγονός το οποίο ενισχυεται από την παρουσία μιας καντίνας που πουλάει σουβλάκια και χοτ ντογκς. Μια μαμά αγοράζει ένα σουβλάκι για το μικροσκοπικό αγοράκι - είναι δεν είναι τριών χρονων- που κρατάει από το χέρι. "Τς τς τς, ωραία διατροφή κάνει στο παιδί..." σκέφτομαι και πριν προλάβω να ολοκληρώσω το φαρμακερό σχόλιό μου, μόλις το αγοράκι παίρνει στο χέρι του το καλαμάκι, ο -πρώην- κοιμισμένος σκύλος σηκώνεται και κατευθύνεται στην καντίνα. Μέσα σε κλάσματα του δευτερολεπτου αρπάζει το σουβλάκι από το χέρι του μικρούλη και απομακρύνεται σαν κύριος. Πηγαίνει δέκα βήματα πιο πέρα και αρχίζει ανενόχλητος το γεύμα του! Ο πιτσιρίκος έχει μια απίστευτη έκφραση έκπληξης στο πρόσωπό του, όλοι οι πωλητές οι πελάτες και οι περαστικοί που έγιναν μάρτυρες της... κλοπής ξεκαρδίζονται στα γέλια, το ίδιο και η μαμά του μικρού, που εκείνη τη στιγμή πληρώνει τον άνθρωπο της καντίνας και χρειάζεται να της φωνάξουν κάποιες διερχόμενες γιαγιάδες "Καλέεεεεεε! Το σουβλάκι του παιδιούυυυ!" για να αντιληφθεί τι συμβαίνει.

Μισή ώρα αργότερα περνάω πάλι από το ίδιο σημείο. Κόσμος πηγαινοέρχεται, οι δυνατές φωνές των πωλητών διαφημίζουν τις πιο κόκκινες ντομάτες της υφηλίου και ο μικρός τετράποδος ληστής έχει αράξει στην άσφαλτο, αδιαφορώντας για το κυκλοφοριακό κομφούζιο που προκαλεί στους πεζούς με τα φορτωμένα καρότσια. Κάνει πως κοιμάται, αλλά δεν με ξεγελάει: τώρα ξέρω πως απλά παραφυλάει για το επόμενο "θύμα"...

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

8 Ιουλίου: save the date!


Κατεβαίνοντας την Πανεπιστημίου, Τρίτη πρωί, σκεφτόμουν πως μάλλον είμαι βιαστική και υπερβολική. "Δυο - τρεις θα είναι μπροστά μου, όπως κάθε φορά που αγοράζω εισιτήρια, πρώτη μέρα σήμερα, μόλις άρχισε η προπώληση, οι περισσότεροι θα αγοράσουν online, που να τρέχω τώρα, μπλα μπλα μπλα...". Λίγο πριν φτάσω στο σημείο του ενδιαφέροντός μου, με προσπέρασε ένας νεαρός που φώναζε ενθουσιασμένος στο τηλέφωνο: "Έλα τα πήρα! Ναι ρε φίλε, της π&%t@ν@$ γίνεται σου λέω!".

Ψυχραιμία Dorothy!

Και μετά από λίγο έφτασα και διαπίστωσα ότι γινόταν της π&%t@ν@$ ρε φίλε , indeed... Για μερικά δευτερόλεπτα σκέφτηκα να φύγω, να δω στο ίντερνετ, αλλά μετά είπα δε βαριέσαι, κάλλιο πέντε και στο χέρι, το γοργόν και χάριν έχει και -αφού εξάντλησα το απόθεμα παροιμιών που γνώριζα και ήταν σχετικές με το θέμα- στήθηκα στο τέλος της σειράς και περίμενα υπομονετικά να περάσει η ώρα, παρέα με όλους τους υπόλοιπους που, τι σύμπτωση, επιθυμούσαν διακαώς ό,τι κι εγώ και ήταν εξίσου βιαστικοί και υπερβολικοί. Γαμώτο!

Οι περαστικοί, είτε έριχναν ματιές γεμάτες απορία στην ουρά που ξεδιπλωνόταν σαν χοντρό φίδι στο πεζοδρόμιο είτε έκαναν άκρως επιτυχημένες ερωτήσεις στους αναμένοντες:

"Τι περιμένετε;" (μετά τη 15η φορά σταμάτησα το μέτρημα)
"Έγινε τίποτα;" (ομοίως...)

Μερικοί πρωτοτύπησαν: μία γιαγιά μας έδειχνε με το δάχτυλο και χαχάνιζε και φώναζε "καλέεεε, αυτοί σε λίγο θα φτάσουν στην πλατεία Ομονοίας, αχαχαχαχα!", ένας κύριος ρώτησε με άκρως ειρωνικό υφάκι αν θα μας μοίραζαν λεφτά (και μια κοπέλα απάντησε πολύ σοβαρά πως όχι, δεν έδιναν τίποτα, έπρεπε να πληρώσουμε για να μας δώσουν τα εισιτήρια) ενώ μια νεαρή με ρώτησε αν περιμένουμε για τους "Red Hot Chili Peppers" (Αλήθεια, έρχονται και οι Red Hot Chili Peppers; Θέλω συναυλιοδάνειο ΤΩΡΑ!). Αστειάκια και από αυτούς που περίμεναν (όχι, που θα γλιτώναμε): "Με ρώτησε η τάδε που είναι τα VIP και της είπα πάνω στο τείχος... και μετά σε γκρεμίζουν μαζί με αυτό, μουαχαχαχαχαχα!" (Ψιτ, κοπελιά, τηλεφώνησε ο "mr κρυόκωλος 2011" και θέλει πίσω το χιούμορ του...).

Η πιο δύσκολη στιγμή της αναμονής ήταν όταν βρέθηκα δίπλα στη βιτρίνα του "Λεωνίδα" και μου έκλειναν το μάτι οι πραλίνες, ενώ ένα μεγάλο ευχαριστώ οφείλω στον Πάρα Πολύ Ωραίο, Ξανθό & Μακρυμάλλη Νέο, που προπορευόταν στη σειρά και ομόρφυνε την αναμονή. Seriously, μιλάμε για ένα ποίημα, ένα θαύμα της φύσης, ένα κράμα Σκανδιναβού μεταλλά (στο πιο λουσμένο και εξημερωμένο) και Αξλ Ρόουζ (στα νιάτα του). Αααχ, βααχ!!! (Μήπως να μετατρέψω το μπλογκ σε "Σε είδα"; Not bad, χμμμ?)

Μία ώρα (και κάτι ψιλά) αργότερα έβγαινα από τη στοά με τα μαγικά χαρτάκια ανα χείρας.
Τα πήρα και είναι επίσημο:Τα λέμε τον Ιούλιο Ρότζερ!

"Ναι Ούρσουλά μου... Τα πήρα!
Και -μον ντιε!- γινόταν της
π&%t@ν@$..."


Μέχρι τότε...


Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Αχ, ψαροπούλα...


Απόγευμα ηλιόλουστο, αλλά στον μικρό χώρο όπου δεσπόζει ένα τεράστιο ψυγείο με γυάλινες συρόμενες πόρτες και ό,τι απομένει είναι ασφυκτικά γεμάτο από γλάστρες σε όλα τα χρώματα και μεγέθη, το δυνατό φως είναι τεχνητό, από τις λάμπες φθορισμού της οροφής. Ο ανθοπώλης τακτοποιεί τα τριαντάφυλλα που ζήτησα. Είναι τύπος λίγο greek kamaki, λίγο διδάκτωρ του πανεπιστημίου που λέγεται ζωή."Για γενέθλια είναι η ανθοδέσμη κοπελιά?" με ρωτάει. Του απαντάω μονολεκτικά, "όχι". Βλέπω την απογοήτευση στα μάτια του, που δε συμμερίζομαι την όρεξή του για κουβέντα, και συμπληρώνω: "είναι για επίσκεψη σε ασθενή".


ο ασθενής...


Ο τύπος παρατάει τα τριαντάφυλλα με μία απότομη κίνηση και το πρόσωπό του συσπάται σ' έναν μορφασμό πόνου. Πηγαίνει ξανά στο ψυγείο, παίρνει ένα πράσινο μάτσο, φτέρη μου φαίνεται, παίρνει και μια αγκαλιά γυψοφίλη ή αλλιώς baby's breath, αυτά τα μικροσκοπικά λευκά λουλουδάκια που μοιάζουν ψεύτικα και ξαναπέφτει με τα μούτρα στη δουλειά.
" Αμάν πια!", σηκώνει ξαφνικά το κεφάλι από τον πάγκο εργασίας του.

"Αμάν πια με αυτές τις αρρώστιες!". Δείχνει πραγματικά στενοχωρημένος και συγχρόνως θυμωμένος. "Εδώ και καιρό συνέχεια για νοσοκομεία και αρρώστιες ακούμε. Οι περισσότεροι πελάτες για επισκέψεις σε αρρώστους τα θέλουν τα λουλούδια". Σκέφτομαι αν πρέπει να του ζητήσω ταπεινά συγγνώμη που δεν έχω να πάω σε κανένα πάρτι ενώ αυτός ξαναγυρίζει στην ανθοδέσμη. Δεν περνάει ένα λεπτό, ξαναρχίζει: "Το άγχος μας έχει καταστρέψει! Το άγχος φταίει!" ωρύεται, κραδαίνοντας ένα κλαδευτήρι. "Μας έχουν βάλει όλους στην πρέσα. Θα μας πεθάνουν όλους και θα ησυχάσουν!". Το μάτι του έχει αρχίσει να γυαλίζει επικίνδυνα. Τελικά ολοκληρώνει τη σύνθεση της ανθοδέσμης, την οποία - για να είμαι δίκαιη - παρά το παραλήρημα την έχει φτιάξει πανέμορφη. Πληρώνω, μου δίνει την απόδειξη και προσθέτει τον επίλογο: "Να το θυμάσαι αυτό που θα σου πω... Μέχρι το 2021, κούκλα μου, θα έχουμε γίνει όλοι ψαράδες..."


not bad...


Κι εγώ έχω να προσθέσω:

Πρώτον: Το ενδεχόμενο να με βρει το 2021 ψαροπούλα, σύμφωνα με την προφητεία του ανθοπώλη, μου φαίνεται πιο δελεαστικό από το να μη με βρει καθόλου το 2013, σύμφωνα με την προφητεία των Μάγια.

Δεύτερον: Δε βαριέστε κύριε ανθοπώλα μου... Δουλίτσα να υπάρχει!


Οι Tiger Lillies μας τραγουδάνε τη δική τους προφητεία...


Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Sexy men

Ρίτσαρντ - Ραλφ ντε Μπρικασάρ: εσύ ήσουν, είσαι και θα είσαι ο πιο sexy!

Μπαίνω σ'ένα κατάστημα καλλυντικών για να αγοράσω το άρωμά μου. Στο σταντ που με ενδιαφέρει βρίσκεται ένας κύριος που δοκιμάζει διάφορα αρώματα. Τα μαύρα ράσα του δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την ιδιότητά του. Η υπάλληλος με ρωτάει τι θέλω και ομολογώ ότι αισθάνομαι κάπως αμήχανα ζητώντας την "όμορφη του οπίου" μπροστά στον παπά. "Εσείς αποφασίσατε;" τον ρωτάει η κοπέλα. "Ναι, θα πάρω αυτή" της απαντάει, δείχνοντας το μπουκαλάκι που κρατάει. Ρίχνω μια διακριτική ματιά στο label. Γράφει "sexy men". Την ίδια στιγμή, στο τρανζίστορ που παίζει non stop μέσα στο κεφάλι μου, αρχίζει αυτό:




tags: Dorothy ντροπή σου!, κόλαση, πρώτο καζάνι πίστα ρεζερβέ

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Κάτι με σπρώχνει να σου ρίξω μια μπουνιά...


Dorothy (στα δεξιά) και μαμά (με σούπερ γυαλί) πίνουν καφέ λίγο μετά το περιστατικό και συζητούν για τον Ρόκυ της Πανεπιστημίου.

Ανεβαίνω την Πανεπιστημίου, παρέα με την μάνα-μητέρα-μαμά. Είμαστε κάπου στο ύψος της "έκθεσης". Παρένθεση: στο χωριό της γιαγιάς και του παππού έκθεση λένε τη συγκέντρωση που κάνουν λίγες μέρες πριν από το γάμο και στολίζουν ένα γύρο τα προικιά, για να έρθουν να τα δουν οι συγγενείς, οι φίλοι και να σκάσουν από το κακό τους που αυτοί δεν έχουν τόσα σεμεδάκια και σεντόνια με μονόγραμμα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σ'ένα σημείο της Πανεπιστημίου , όπου πέντε - έξι πλανόδιοι πωλητές στέκονται κρατώντας ένα τραπεζομάντηλο ο ένας, ένα σεμέν με πετσετάκια ο διπλανός, μια κουβέρτα ο παραδιπλανός. Είναι μαζί τους κι ένας που πουλάει ένα γκατζετάκι που φτιάχνει σαπουνόφουσκες και κάνει συνεχως επίδειξη, δημιουργώντας χιλιάδες σαπουνόφουσκες που σκάνε είτε μέσα στα μάτια των περαστικών (και τσούζουν) είτε πάνω στα ρούχα τους (και λεκιάζουν). Κλείνει η παρένθεση. Στο ύψος της έκθεσης λοιπόν, ανάμεσα σε εκατοντάδες περαστικούς, κάνει την εμφάνισή του αυτός. Έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Νέος, γύρω στα 30, καλοντυμένος. Μια μικρή λεπτομέρεια κάνει αυτόν να ξεχωρίζει από το πλήθος και το πλήθος να κάνει σαστισμένα βήματα δεξιά - αριστερά για να τον αποφύγει: ρίχνει μπουνιές στον αέρα. Σαν τον Ρόκυ Μπαλμπόα, όσο κι αν ψάξαμε όμως δεν διακρίναμε κανέναν Απόλλο Κριντ εκεί γύρω. Χωρίς να υπολογίζει αν θα χτυπήσει κάποιον, συνεχίζει απτόητος την προπόνηση, παραλίγο να σβουρίξει μια και στη μάδερ, η οποία ευτυχώς έχει καλά αντανακλαστικά και τη γλίτωσε.

Συμπέρασμα: και που να σφίξουν οι ζέστες!

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Στο δρόμο...




"Όλα είναι δρόμος...όλα είναι δρόμος..." όπως τραγουδούσαν οι "τρυπες" πριν από μια δεκαετία. Κι όταν ο δρόμος βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας, μια απλή, καθημερινή βόλτα δεν είναι ποτέ βαρετή...

Κοντά στην Πλατεία Κάνιγγος. Περπατάμε σ'εναν πεζόδρομο και συζητάμε περί ανέμων και υδάτων, όταν ακούμε μια γυναικεία φωνή: "βοήθεια, το χέρι μου, το 'σπασα". Κάποιος που θεώρησε ότι ο πεζόδρομος δεν προορίζεται για τους πεζούς, αλλά για τη μηχανή του, έχει χτυπήσει μια γυναίκα. Αυτή είναι τώρα σωριασμένη στο έδαφος, φωνάζει και αυτός κάνει την πάπια. Αυτό που μου κάνει εντύπωση δεν είναι το ατύχημα ή η γαϊδουριά του μηχανόβιου , αλλά το ότι η τραυματίας δε λέει να βγάλει το τσιγάρο της από το στόμα. Επίσης, το γεγονός ότι φωνάζει "έσπασα το χέρι μου" αντί να αρχίσει τον οδηγό της μηχανής στα μπινελίκια. Sorry, εγώ αυτό θα έκανα...

Αιόλου. Ένας από τους πολλούς αλλοδαπούς πλανόδιους πωλητές που έχουν κατακλύσει τον πεζόδρομο μας κλείνει το δρόμο και μας δείχνει κάτι που μοιάζει με όπλο. Τελικά είναι αναπτήρας, νέο μοντέλο. Ενα μήνα πριν ένας συνάδελφός του, πάλι στην Αιόλου, μου είχε κλείσει το δρόμο και νόμιζα ότι ήθελε να με ψεκάσει με το μπουκάλι που κρατούσε. Τελικά κι εκείνο ήταν ένας αναπτήρας, σε συσκευασία που έμοιαζε με κολώνια Μυρτώ. Ανυπομονώ για το επόμενο μοντελάκι που θα κυκλοφορήσει...

Περικλέους. Περνάμε μπροστά από μια βιτρίνα με νυφικά. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τα νυφικά πρέπει να θυμίζουν τούρτες ή λατέρνες. "Αν αποφασίσει να παντρευτεί καποια με εξαιρετικά λεπτό γούστο, εγώ για παράδειγμα, θα υποφέρει!" λέω και γελάμε. Χαχαχα!

Μετρό Μοναστηράκι. Στις κυλιόμενες της εισόδου από Αθηνάς. Ενας κύριος ανεβαίνει και συγχρόνως φωνάζει "Αντε στο διάολο!". Δεν καταλαβαίνουμε σε ποιόν το λέει. Οταν φτάνει στην κορυφή της σκάλας γυρίζει προς τα πίσω και φωνάζει ξανά "Αντε στο διάολο!" και όλοι προσπαθούν να καταλάβουν αν απευθύνεται σε αυτούς...






Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Απλωμένα χέρια...



Μετά το interview πήγα στην αφετηρία του λεωφορείου, ευτυχώς ήταν εκεί αυτό που κάνει στάση δίπλα στο σπίτι μου, ήταν μισοάδειο, βρήκα θέση και περίμενα να μπει ο οδηγός για να ξεκινήσουμε. Έβγαλα το βιβλίο μου από την τσάντα και βυθίστηκα στις σελίδες του και στις σκέψεις μου. Μια ξεψυχισμένη φωνή , σαν δυνατός ψίθυρος ακούστηκε: «Σας παρακαλώ...είμαι στο δρόμο...να πάρω κάτι να φάω...». Ήταν ένα άντρας που είχε μπει στο λεωφορείο και με το χέρι απλωμένο ζητούσε βοήθεια. Μακριά καπαρντίνα, λίγο σκονισμένη, πλεκτό πουλόβερ με σχέδια, τζιν... Δεν έμοιαζε καθόλου με άλλους ζητιάνους, σκυφτούς και βρώμικους, που συναντώ κατά καιρούς στα μέσα μεταφοράς. Μου τράβηξε την προσοχή το πρόσωπό του. Είχε ένα ύφος υπερβολικά αξιοπρεπές, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι μια έκφραση προσώπου, το βλέμμα του εξέπεμπε μια παράξενη υπερηφάνεια και κρατούσε το κεφάλι του ψηλά. Τα μάτια του ολόιδια με τα μάτια ενός παλιού φίλου, του Ν., σχιστά και γαλάζια, απίστευτος συνδυασμός. Λίγο πριν φτάσει δίπλα μου το απλωμένο χέρι, μπήκε στο λεωφορείο ο οδηγός και ο άντρας με την καπαρντίνα βιάστηκε να κατεβει. Άθελά του μ’ έβγαλε και από το δίλημμα - δίνω , δεν δίνω? Νιώθω αμήχανα κάθε φορά που με πλησιάζει άνθρωπος με απλωμένο χέρι. Ίσως γιατί είμαι ψωροπερήφανη και θα προτιμούσα να πάω από ασιτία, παρά να ζητιανέψω. Ίσως γιατί μια φορά, σ΄ένα βαγόνι του ηλεκτρικού, κάπου ανάμεσα στην Ομόνοια και τον Πειραιά, ένας νεαρός που βάδιζε με δυσκολία (κινητικά προβλήματα, κάποια αρρώστια είπε) μας ευχαρίστησε θερμά για τον οβολό μας και στην επόμενη στάση κατέβηκε και άρχισε να χοροπηδάει σαν αγριοκάτσικο... Θαύμα! Ίσως γιατί μια άλλη φορά, πάλι μέσα στο ασφυκτικά γεμάτο τρένο, μπήκε μια νεαρή και ζήτησε βοήθεια, γιατί όπως είπε είχε aids. Μόλις ανακοίνωσε την ασθένειά της, κι ενώ δεν έπεφτε καρφίτσα μέσα στο βαγόνι, όσοι ήταν γύρω της έκαναν (άγνωστο πως) δύο βήματα πίσω και δημιούργησαν διάδρομο, μην τύχει και τους ακουμπήσει... Για γέλια και για κλάματα. Κι άλλη μια φορά ήμουν κι εγώ μέσα σε αυτούς που έκαναν πίσω, καθώς μας πλησίαζε ένας πανβρώμικος γκριζομάλλης επαίτης, με ανοιχτές πληγές στα χέρια και στα πόδια. Και δεν ξεχνώ, βέβαια, τον Δ., που ήταν συμμαθητής μου στο δημοτικό και στο γυμνάσιο και ήταν τόσο όμορφο και καλό παιδί, αν και πειραχτήρι, γιατί καθόταν στο πίσω θρανίο και μου τραβούσε την αλογοουρά, και μετά εξαφανίστηκε στο λύκειο και τον ξαναείδα όταν ήμουν πια φοιτήτρια, πολλές φορές, μέσα στο λεωφορείο, αλλά σε αυτόν δεν έδινε κανένας λεφτά – όλοι υποψιάζονταν τι θα τα έκανε- ούτε κι εγώ έδωσα ποτέ κι ας είχα τόσα να θυμάμαι από τα παλιά. Αντίθετα, κρυβόμουν στο κάθισμά μου και παρακαλούσα να μην με αναγνωρίσει κι ας στενοχωριόμουν. Πολύ περισσότερο στενοχωριόμουν τότε, παρά όταν μου τηλεφώνησε μια παλιά συμμαθήτρια για να μου πει τι απέγινε ο Δ. Κι ισως τελικά αυτό που μου προκαλεί αμηχανία να μην είναι τα βρώμικα ρούχα, τα μάτια που μοιάζουν με του Ν. και οι ψεύτικες αρρώστιες, αλλά η σκέψη ότι σε κάθε λεωφορείο, σε κάθε βαγόνι που διασχίζει την πόλη, μπορεί να υπάρχει κάποιος που αναγνωρίζει έναν παλιό συμμαθητή, ένα φίλο, ένα γνωστό, που κάποτε διαβεβαίωνε τους πάντες ότι θα προτιμούσε να πάει από ασιτία, παρά να ζητιανέψει.



Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Κάτι σαν λούνα παρκ...



Περπατάω σε γνώριμους δρόμους, στο κέντρο του Πειραιά. Λατρεύω αυτή την πόλη, με όλες τις ομορφιές και με όλα τα στραβά κι ανάποδά της. Με τοσυνωστισμό στις στάσεις των λεωφορείων στην Εθνικής Αντιστάσεως και τους βιαστικούς που σπρώχνουν χωρίς να υπολογίζουν ότι μπορεί να σε στείλουν αδιάβαστο στις ρόδες των διερχομενων λεωφορείων. Με την πολύβουη Σωτήρος Διός, με το Πασαλιμάνι, το «Νέον» που έκλεισε πριν χρόνια, με το «Χάι Λάιφ», το «Αττικόν», το «Σινεάκ» και τη «Ζέα» (εκεί είχα δει τον Τιτανικό, πήγαινα ακόμα σχολείο, από τότε δεν έχω ξαναδεί τόσο κόσμο μαζεμένο σε κινηματογράφο). Με την Ηρώων Πολυτεχνείου και τον κύριο με τη λατέρνα και με τη Βασιλέως Γεωργίου και με τις καθετες οδούς που φέρουν ηρωικά ονόματα: Ανδρούτσου, Κουντουριώτου... Με το Δημοτικό Θέατρο, με το «καφέ Θέατρο» απέναντι στην πλατεία, με τη «Στάνη» και με παγωτό σερβιρισμένο σε νεροπότηρο. Με το φροντιστήριο που πήγαινα στην τρίτη λυκείου και με Χριστουγεννιάτικο τσάι από το «Madras”. Με τον σταθμό του ηλεκτρικού και με καράβια που έρχονται ή φεύγουν. Κι αν υπάρχει ένας δρόμος που δεν μου αρέσει είναι αυτός που περπατάω τώρα, κατεβαίνοντας την Τσαμαδού, στο ύψος της αγοράς. Δεν έχει κάτι παράξενο, είναι απλά ένας δρόμος. Με μαγαζιά που πουλάνε ξηρούς καρπούς , ψεύτικα λουλούδια, ρόμπες και φανέλες, μια βιτρίνα με βιβλία κι ανάμεσά τους ένα ημερολόγιο που το λένε ημερολόγιο της ευτυχίας, μια άλλη βιτρίνα με θυμιατά και εικόνες κι ένα μικροσκοπικό μαγαζάκι με κεριά και λαμπάδες. Ένα κατάστημα εποχιακών έχει απλώσει το εμπόρευμά του στο πεζοδρόμιο και για να περάσω στριμώχνομαι ανάμεσα σε πλαστικά δέντρα κι έναν Αγιο Βασίλη μεγάλο, στο μπόι μου, που κρατάει ένα χρυσαφί σαξόφωνο. Εκτός από τα δέντρα και τα παιχνίδια, το δρόμο μου κλείνουν και δυο-τρεις ζητιάνοι που τεντώνουν το χέρι με το πλαστικό κυπελάκι και μου εύχονται μέσα από τα δόντια τους, με σπασμένα Ελληνικά «Καλά Κριστόγγινα κυρία». Όλα αυτά τα έχω συναντησει και σε άλλους δρόμους. Εδώ, όμως, ο δρόμος και τα πεζοδρόμια μοιάζουν πιο γκρίζα από αλλού και αυτό το γκρίζο εξαπλώνεται και σκεπάζει τα πάντα, τα θαμπώνει, τα κάνει σκοτεινά και μίζερα: τα λουλούδια, τα θυμιατά, τις βιτρίνες, τους τοίχους, τα αυτοκίνητα, τα χρώματα, τους ανθρώπους, την καλή μου διάθεση... Από κάπου ακούγεται μια μονότονη μουσική και μέχρι να στρίψω στην επόμενη γωνία νιώθω παγιδευμένη σ’ένα θλιβερό λούνα παρκ, σαν αυτά που δείχνουν στα θρίλερ β’διαλογής, που έχουν φώτα και σημαιάκια και ρόδα και τρενάκι και όλες τις προϋποθέσεις για να διασκεδάσεις, αλλά ο πρωταγωνιστής ποτέ δεν χαίρεται που βρίσκεται εκεί.


Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Υπάρχουν και τουαλέτες ξέρετε...





Χθες το πρωί, μια από τις πρώτες εικόνες που αντίκρυσα βγαίνοντας από το σπίτι ήταν αυτή ενός κυρίου (λέμε τώρα), ο οποίος λίγα μέτρα παρακάτω... πότιζε έναν τοίχο -και κατά συνέπεια ένα πεζοδρόμιο-, με την πλάτη γυρισμένη σ'έναν πολυσύχναστο δρόμο. Δεν είναι ο πρώτος (φαντάζομαι ούτε κι ο τελευταίος) που έχω δει να επιδίδεται σε αυτό το αηδιαστικό σπορ. Από μικρή έχω μάθει ότι όταν θέλουμε να κάνουμε πιπί ψάχνουμε για την πιο κοντινή τουαλέτα. Φαίνεται ότι αυτό δεν ισχύει πια: μια άλλη φορά ένας άλλος κύριος (μη χέ....) έκανε την ανάγκη του (ευτυχώς, μόνο το number one) πάνω σε μια νησίδα, στη Λεωφόρο Γρηγορίου Λαμπράκη, με εκατοντάδες αυτοκίνητα να τον προσπερνούν. Και, όπως με ενημέρωσαν οι πηγές μου, στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς ένα ζώον είχε σταθεί σ'ένα πεζοδρόμιο και έκανε φαντάζεστε τι. Αυτός, όμως, ήταν πιο πολιτισμένος, καθώς τα έκανε μέσα σε ένα μπουκάλι. Φαίνεται ότι θα τα πήγαινε για ανάλυση μετά. Θυμώνω τόσο πολύ με τέτοιες συμπεριφορές. Θέλουμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο λέει, πως θα γίνει αυτό με τόσα γαϊδούρια που κυκλοφορούν? Προσπερνάω την απορία μου για το αν ντρέπονται, έστω και λίγο, γιατί αυτό που με νοιάζει πιο πολύ είναι με ποιό δικαίωμα ο κάθε βρωμιάρης κάνει... κατάθεση πάνω στα πεζοδρόμια που περπατάει τόσος κόσμος, πάνω στον τοίχο του σπιτιού κάποιου άλλου και πάει λέγοντας. Δηλαδή ρε φίλε στο σπίτι σου, όταν σου'ρθει, πας και βρίσκεις μια γωνία και ξαλαφρώνεις? Κι αν το κάνεις αυτό, πράγμα που δεν μου φαίνεται πια διόλου απίθανο, άσε μας τουλάχιστον να ζήσουμε χωρίς να βλέπουμε τις αηδιαστικές σου συνήθειες. Ουφ! Τα' πα και ξαλάφρωσα!

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

Ξέρεις από Vespa?




Ζέστη, ο ήλιος καίει, από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου βλέπουμε την παραλία να απλώνεται λίγα μέτρα μακριά μας και τους γλάρους να κόβουν τις συνηθισμένες τους βόλτες στον αέρα. Κι ενώ με τη σκέψη μου είμαι ήδη μέσα στο νερό και απολαμβάνω το τρίτο μπάνιο του φετινού καλοκαιριού, η προτροπή να κοιτάξω "τη γιαγιά στα δεξιά! Κοίτα!" με επαναφέρει στη στεριά. Στα δεξιά μας βλέπω μια μηχανόβια γιαγιά, ηλικίας εβδομηνταφεύγα και βάλε! Μη φανταστείτε οτι οδηγεί καμία Harley ή καμία Ducati. Πάνω σε ένα παπάκι ταξιδεύει, οδηγώντας προσεκτικά και καμαρωτή-καμαρωτή, σαν τον Valentino Rossi όταν κερδίζει τους αγώνες στα moto GP. Φοράει ροζ μίνι φορεματάκι και λευκό κράνος (το οποίο θυμίζει αρκετά αυτά που χρησιμοποιούσαν στον β' παγκόσμιο πόλεμο, σε άλλο χρώμα βέβαια). Λίγα μέτρα μπροστά, προπορεύεται ένας παππούς πάνω σε ένα παπάκι επίσης, ο οποίος φοράει ένα κράνος παρόμοιο με της γιαγιάς, αλλά σε χρώμα ασημί...

Είναι η πρώτη φορά που είδα μηχανόβια γιαγιά και μπορώ να πω ότι γούσταρα τρελλά: και το ότι οδηγούσε και το ότι το έκανε με στυλ, με ροζ μίνι και λευκό κράνος, και που ενώ άλλοι στην ηλικία της υποβάλλουν παραίτηση και ζούνε με τις αναμνήσεις των χρόνων που πέρασαν αυτή ήταν εκεί έξω και το πάλευε. Και μου εύχομαι σε 40 - 50 χρόνια, ακόμα κι αν δεν έχω μάθει απο vespa, τουλάχιστον να έχω τη μαγκιά να κυκλοφορώ με ροζ μίνι.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

Unhappy Feet



Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα.Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα.Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα.Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα.Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω ότι με περιμένει πολύ περπάτημα. Δεν θα ξαναφορέσω καινούρια παπούτσια ενώ γνωρίζω...


PS: Να ξαναρίξω μια ματιά εδώ...