Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα η Dorothy διαβάζει. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα η Dorothy διαβάζει. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Όνομα και πράγμα...

"...'Αγαπητή Φλερ'. Φλερ. Ανθή δηλαδή, είναι το όνομα που μου χάρισαν όταν γεννήθηκα. Αρκετά ριψοκίνδυνα, βέβαια, γιατί κανείς δεν ξέρει πως θα είναι ένα παιδί όταν μεγαλώσει. Όχι πως είμαι άσχημη δηλαδή, όμως το Φλερ δεν είναι το όνομα που μου ταιριάζει. Βέβαια, δεν παύει να είναι το όνομά μου. Το ίδιο όμως δε συμβαίνει και στη μελαγχολική εκείνη κοπέλα που τη λένε Χαρούλα, σε κάποιον σεμνότατο Βίκτορα, σε μια άδοξη Δόξα και σε μιαν αντιπνευματική Αγγέλα που αναπόφευκτα συναντάμε σε κάποια φάση της ζωής μας; Κάποτε μάλιστα γνώρισα ένα Λανσελότο που, σας βεβαιώνω, δεν είχε καμιά σχέση με ιππότες."

Κάπως έτσι συστήνεται η Φλερ Τάλμποτ, η ηρωίδα της Μύριελ Σπαρκ στο "Μια εχέμυθη γραμματέας", ένα μικρό βιβλίο από τις αρχές του '80 με σελίδες κιτρινισμένες από την πολυκαιρία, που ανακάλυψα σε μια γωνιά της βιβλιοθήκης.  Η Φλερ, λοιπόν, δεν αισθάνεται αρκετά Φλερ και πιστεύει πως οι γονείς ριψοκινδυνεύουν όταν δίνουν στα παιδιά τους το όνομα που θα τα ακολουθεί στην υπόλοιπη ζωή τους, επειδή δεν ξέρουν αν μεγαλώνοντας το όνομά αυτό θα τους ταιριάζει.  Ίσως, δηλαδή,  το όνομα που παίρνει κανείς απλά να αντικατοπτρίζει τους ευσεβείς πόθους των γονιών για τους ενήλικες που θα γίνουν τα παιδιά τους.  Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, για τις μελαγχολικές Χαρούλες και τις άδοξες Δόξες, θυμήθηκα ένα κορίτσι στο γυμνάσιο, που ήταν πιο πολύ ασχημόπαπο παρά κύκνος. Δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε, βέβαια,  η τελευταία που πέρασε άχαρη εφηβεία, το όνομά της όμως είχε γίνει αιτία για πολλά πειράγματα από -καμιά φορά εξίσου ασουλούπωτους- συμμαθητές: την είχαν βαφτίσει Πανωραία, αλλά εκείνη επέμενε να τη φωνάζουν... Ωραία! 


Αυτή, πάντως, τη λένε Λολίτα!

Δεν ξέρω πως φωνάζουν τώρα την Ωραία, αν έγινε ωραία όνομα και πράγμα ή αν γύρισε στο βαφτιστικό της, πάντως ,μεταξύ μας, είναι -έστω και λίγο- ριψοκίνδυνο να δίνεις όνομα στο παιδί σου, χωρίς να ξέρεις αν θα του ταιριάζει όταν μεγαλώσει. Σκέψου, για παράδειγμα, έναν Ιάσονα που τον πιάνει ναυτία όποτε ταξιδεύει με πλοίο ή έναν Ίκαρο που φοβάται τα αεροπλάνα. Μια Ευτυχία μίζερη και γκρινιάρα και μια αγενέστατη Ευγενία.  Μια Ευαγγελία φαρμακόγλωσσα και μια Ειρήνη καβγατζού. Μπορεί μια Τερψιχόρη να μη χορεύει και μια Ήρα να μη ζηλεύει; Είναι απίθανο να συναντήσεις Σοφία με iq αμοιβάδας και έναν Γρηγόρη που δεν βιάζεται καθόλου; Δεν  υπάρχει -έστω, ένας- εύπιστος Θωμάς και μια Χάρις άχαρη;  Μια Θέμις άδικη και ένας Λάμπης που δεν λάμπει; Και ποιός δίνει στο παιδί του το όνομα Ηρακλής, έχοντας κατά νου όχι τον ημίθεο που εξόντωσε το λιοντάρι της Νεμέας, αλλά τον Ηρακλή Σπίνο (aka Στάθη Ψάλτη στο "Ράκος νούμερο 14 - και ο πρώτος μπουνάκιας" - αγαπώ τον πχιοτικό κινηματογράφο, yes I do!).

Μπορεί το παιχνίδι με τα ονόματα να ξεκίνησε αυθόρμητα, για πλάκα, μόλις διάβασα τα γραφόμενα της Σπαρκ, ομολογώ όμως πως (δεδομένου ότι και οι δικοί μου γονείς ριψοκινδύνευσαν -όπως το εννοεί η συγγραφέας- αρκετά) δεν είμαι σίγουρη οτι θέλω να ξέρω τι σκέφτονται για το όνομα μου όσοι με γνωρίζουν σε μέρα που δεν έχω κέφια!

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

"Η καρδιοβόρος αγωνία της κάλπης"

Η πρώτη μου επαφή με την εκλογική διαδικασία ήταν άκρως επεισοδιακή: Μέσα  δεκαετίας '80,η μαμά μου πηγαίνει να ψηφίσει και με παίρνει μαζί της. Τρυπώνω κι εγώ (το καλόπαιδο) πίσω από το παραβάν. Μια εκ των εκλογικών αντιπροσώπων  αρχίζει να τσιρίζει " Ιιιιιιιιιι! Η δεσποινίς(!) να περάσει αμέσως έξωωωωω! Μόνη σας κυρία μου, ΜΟ-ΝΗ-ΣΑΣ!". Ο δικαστικός αντιπρόσωπος, σύσωμη η εφορευτική επιτροπή και οι λοιποί εκλογικοί αντιπρόσωποι (οι τελευταίοι προφανώς για να δείξουν καλό πρόσωπο και να  προτιμήσει η μάδερ το κόμμα τους :p ) σπεύδουν να με υπερασπιστούν, να 'ναι καλά οι άνθρωποι, της λένε ότι δεν πειράζει γιατί είμαι πολύ μικρή (αν θυμάμαι καλά δεν πήγαινα ακόμα σχολείο) και είμαι κόρη της μαμάς μου και όχι κανένα αδέσποτο που είδε φως και μπήκε, η κυρία δεν λέει να το βουλώσει, μέχρι που η μητέρα τη διαβεβαιώνει ότι - μουσική με βιολιά παρακαλώ-  ναι, είμαι κόρη της, indeed. "Α, εντάξει τότε..." λέει η αντιπρόσωπος, ήρεμη αφού βεβαιώθηκε ότι δεν ήμουν αντιπρόσωπος άλλου κόμματος ( του "Συνασπισμού του Τζον Τζον και της  Μπίμπι Μπο" ή της "Καντυ Καντυ-κής Συμμαχίας" ας πούμε ) και δεν είχα πρόθεση να αλλοιώσω το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.

Πέρασαν κάμποσα χρόνια, έφτασα κι εγώ σε ηλικία ψήφου ( το γεγονός ότι πρόλαβα να ψηφίσω με εκλογικό βιβλιάριο παρακαλώ να μείνει μεταξύ μας...) και ομολογώ ότι θυμάμαι ακόμα τη χαρά και την υπερηφάνειά μου όταν πήγα να ψηφίσω για πρώτη φορά, λες και η δική μου ψήφος θα έκρινε το αποτέλεσμα των εκλογών. Αχ, τα νιάτα!

 

Με αφορμή τις επερχόμενες εκλογές, θυμήθηκα την "Καρδιοβόρο αγωνία της Κάλπης" (Νάση Μπάλτα, εκδόσεις Βιβλιόραμα), μια ιδιαίτερα προσεγμένη έκδοση για τον Τύπο και τις βουλευτικές εκλογές την εποχή του Τρικούπη, από το 1881 έως το 1895. Πρωτοσέλιδα εφημερίδων, περιγραφές προεκλογικών συγκεντρώσεων, συνθήματα, συγκρούσεις, βιογραφικά υποψηφίων  αλλά και πληροφορίες για την εκλογική διαδικασία στον 19ο αιώνα και για τον ρόλο του Τύπου στις εκλογές. Μεταξύ άλλων, λοιπόν, η συγγραφέας παραθέτει συνθήματα που σκάρωναν οι υποστηρικτές του Τρικούπη (σύμβολο η ελιά) και του Δηλιγιάννη (σύμβολο το κορδόνι).

Μπορώ να πω ότι οι οπαδοί του Δηλιγιάννη διέθεταν απαράμιλλο στιχουργικό ταλέντο (όλα τα αποσπάσματα προέρχονται  από το προαναφερθέν βιβλίο):

" Το κορδόνι, το κορδόνι,
τον Τρικούπη ξεπατώνει"

και

"...Το κορδόνι το κορδόνι
κι η εληά τα κακαρώνει..."

(αυτή η ευγενής άμιλλα, ρε παιδί μου...)

Κι άλλο:

"Στον Χαρίλαο τον γαύρο
όλοι ρίψτε ψήφο μαύρο
Μας λυσσάξανε στην πείνα
μαύρο και εις τον Ρετσίνα
Και για ναχωμε δουλιά,
Ξεριζώστε την εληά"

Και το κορυφαίο:

"Ζήτω η αντιπολίτευσις, ζήτω του Δηλιγιάννη
Σινιορίνα κομμεστά;
Η ψυχή μου σ'αγαπά"

Περίμενα, λοιπόν, την αντεπίθεση. Και διαβάζω:

"Ζήτω, ζήτω ο Τρικούπης
Και η ευγενής Σοφία
π'αγαπάνε την πατρίδα
και της δίδουν λεφτεριά"

(Χασμουρητό)

Και ξαναδιαβάζω:

"Δεν κάνεις για πρωθυπουργός,
Κυρ βλάκα Δηλιγιάννη,
Μόνον φουστάνια να φορής
να βγαίνης 'ς στο συργιάνι"

(αυτή η ευγενής άμιλλα...)



Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

"Οδυσσέας και Μπλουζ"



Κυκλοφόρησε πρόσφατα, δύο χρόνια μετά το "Για να δει τη θάλασσα", το νέο μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου "Οδυσσέας και Μπλουζ" (εκδόσεις Καστανιώτη).

Ο Οδυσσέας Αλεξίου είναι ένας εξηντάχρονος εκκεντρικός συγγραφέας που ζει απομονωμένος στο "Κόκκινο σπίτι", σε μια ορεινή κοινότητα. Η Μπλουζ Αποστόλου είναι η νεαρή επιμελήτρια κειμένων και σκηνοθέτις που φτάνει στο Μπλε σπίτι, έναν ξενώνα της περιοχής. Αμέσως διαπιστώνει ότι όλοι οι κάτοικοι του χωριού μισούν τον συγγραφέα, ο οποίος θεωρείται υπεύθυνος για οτιδήποτε κακό συμβαίνει. Φοβερές και τρομερές φήμες κυκλοφορούν γι' αυτόν. Η Μπλουζ έχει έρθει στο χωριό προκειμένου να συναντήσει τον Οδυσσέα, για επαγγελματικούς λόγους. Μέσα στο Κόκκινο σπίτι ο συγγραφέας ξεναγεί την Μπλουζ στις Αίθουσες: του Χρόνου, της Χαμένης Αθωότητας, της Θάλασσας και των Αυτόχειρων Συγγραφέων (η Ευγενία Φακίνου περιγράφει υπέροχα κάθε μια από τις αίθουσες). Η Μπλουζ προσπαθεί να τον ξυπνήσει, να τον "ξεκλειδώσει" και να τον βγάλει από την απομόνωση την οποία έχει επιβάλλει ο ίδιος στον εαυτό του. Στην αρχή το κάνει από προσωπικό συμφέρον, για να ξαναρχίσει ο Οδυσσέας να δουλεύει το μισοτελειωμένο "Τρένο των νεφών", το βιβλίο που η ίδια επιμελείται, στη συνέχεια γιατί νοιάζεται για το πρόσωπο που αποκαλύπτεται όταν η μάσκα του εκκεντρικού και απρόσιτου συγγραφέα αρχίζει να ραγίζει. Από τη στιγμή που η Μπλουζ δεν υπακούει στις προειδοποιήσεις των κατοίκων του χωριού και αρχίζει τις επισκέψεις στο κόκκινο σπίτι, μπαίνει και αυτή στη μαύρη λίστα. Οι χωρικοί, χωρίς να γνωρίζουν τι λένε ή κάνουν η Μπλουζ και ο Οδυσσέας, τώρα πια θεωρούν ότι και οι δύο είναι εκπρόσωποι του κακού στο χωριό τους. Δεν τους καταλαβαίνουν αυτούς τους δυο, είναι διαφορετικοί από αυτούς άρα και επικίνδυνοι. Με αυτό το σκεπτικό, ό,τι άσχημο γίνεται -ακόμα κι ένας φόνος- πρέπει να προέρχεται από αυτούς, τους ξένους, τους διαφορετικούς. Αυτός ο φόβος για τους διαφορετικούς μοιάζει να υπαγορεύει τις πράξεις των κατοίκων της μικρής κοινότητας και είναι αυτοί οι κάτοικοι οι ίδιοι που καταβροχθίζουν αγόγγυστα την πιο δυνατή φόλα, σαν να πρόκειται για γκουρμέ μεζεδάκι, όταν ο σερβιτόρος είναι ένας από αυτούς, ένας από τους δικούς τους και όχι από τους άλλους. Το, εντυπωσιακό θα έλεγα, φινάλε είναι καταστροφή και λύτρωση μαζί για τους δύο ήρωες.

Ένα από τα καλύτερα της Ευγενίας Φακίνου, το συστήνω ανεπιφύλακτα. Επίσης επιμένω -από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο- ότι θα μπορούσε να γίνει υπέροχη κινηματογραφική ταινία.


Στο επόμενο επεισόδιο: Ποιό βιβλίο να διαβάσετε αν περνάτε κρίση ευτυχίας και αισιοδοξίας και θέλετε να μελαγχολήσετε? Πόσα βιβλία με το ίδιο ακριβώς θέμα πρέπει να γράψει ένας συγγραφέας πριν θεσπιστεί για χάρη του το βραβείο "όχι άλλο κάρβουνο!"? Βιβλία παραλίας: υπάρχουν ή πρόκειται για urban legend? Αυτά και άλλα πολλά στο επόμενο "η Dorothy διαβάζει".


Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

"Ποτέ δεν πρέπει ν' αφήνουμε κάτι μισό."




Ο Γάτος και το Πουλί

Ένα ολόκληρο χωριό ακούει θλιμμένο
Το τραγούδι ενός πληγωμένου πουλιού
Είναι το μοναδικό πουλί του χωριού
Κι είναι ο μοναδικός γάτος του χωριού
Που το μισόφαγε
Και το πουλί σταμάτησε να τραγουδάει
Ο γάτος σταμάτησε να νιαουρίζει
Και να γλύφει τη μουσούδα του
Και το χωριό ετοιμάζει στο πουλί
Κηδεία επίσημη
Κι ο γάτος που είναι καλεσμένος
Προχωρεί πίσω από το μικρό αχυρένιο φέρετρο
Όπου είναι ξαπλωμένο το νεκρό πουλί
Το φέρετρο σηκώνει ένα μικρό κορίτσι
Το κορίτσι αυτό δεν σταματάει να κλαίει
Αν ήξερα πως σου 'κανα τόσο κακό
Λέει ο γάτος στο κορίτσι
Θα το είχα φάει ολόκληρο
Κι ύστερα θα ΄λεγα
Πως το είδα να πετάει ψηλά να φεύγει
Μέχρι τα πέρατα της γης
Κάτω εκεί τόσο μακριά
Απ'όπου κανείς ποτέ δε γυρίζει
Ίσως τότε πονούσες λιγότερο
Έτσι απλά θα λυπόσουν μονάχα.

Ποτέ δεν πρέπει ν' αφήνουμε κάτι μισό.

Ζακ Πρεβέρ
(μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης)


Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Καλοκαιρινά αναγνώσματα

Από τα βιβλία που διάβασα το καλοκαίρι ξεχώρισα τρία και τώρα που έπιασαν τα κρύα και οι βροχές θυμήθηκα να τους κάνω review.


Είχα διαβάσει τα καλύτερα για το «Φτάσαμε στο τέλος» του Joshua Ferris (εκδόσεις Modern Times). Πρόκειται για την ιστορία των εργαζομενων σε μια διαφημιστική εταιρεία του Chicago. Η οικονομική ύφεση φέρνει τα πάνω-κάτω και οι εργαζόμενοι αρχίζουν ένας-ένας να παίρνουν το δρόμο για τα σπίτια τους. Επιπλέον, λες και δεν τους έφτανε η αγωνία για το ποιός θα είναι ο επόμενος που θα απολυθεί, καλούνται να αντιμετωπίσουν διάφορες άλλες καταστάσεις, όπως έναν οργισμένο πρώην συνάδελφο, μια διευθύντρια που μπορεί να είναι / μπορεί να μην είναι σοβαρά άρρωστη, μια εξαφάνιση που αλλάζει για πάντα τη ζωή μιας εργαζόμενης και άλλα. Μου άρεσε ο τρόπος που ο συγγραφέας έχει πλάσει κάθε έναν από τους χαρακτήρες των εργαζόμενων, καθώς και το γεγονός ότι μέχρι το τέλος η ταυτότητα του αφηγητή δεν αποκαλύπτεται. Κάποιες από τις καταστάσεις που παιδεύουν τους ήρωες του βιβλίου βγάζουν γέλιο, άλλες δίνουν τροφή για σκέψη και κάμποσες είναι κάτι παραπάνω από υπερβολικές. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι μου άρεσε, αλλά δεν με ενθουσίασε. Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης έψαχνα αυτό το... κάτι, που θα δικαιολογούσε τις τόσο καλές κριτικές, αλλά δυστυχώς δεν το βρήκα. Το διάβασα με δύο σελιδοδείκτες, καθώς τα σχόλια του μεταφραστή είναι μαζεμένα στο τέλος κάθε κεφαλαίου. Καθόλου βολικό (Παράξενη? Moi?).



Για ποιό λόγο να διαβάσω την (αυτο)βιογραφία ενός καλλιτέχνη? Γιατί να με ενδιαφέρει κάτι παραπάνω - εκτός από το έργο του? Κι εν τέλει , πόσο συναρπαστική μπορεί να είναι η ζωή του, αν δεν λέγεται Αρθούρος Ρεμπώ, Εντγκαρ Άλαν Πόε, Ελίζαμπεθ- πιάσε κομπιουτεράκι και μέτρα συζύγους- Τέιλορ ή Σπεράντζα Βρανά (όσοι έχουν διαβάσει το χειμμαρώδες «Τολμώ» με νιώθουν φαντάζομαι)? Η αλήθεια είναι ότι έχω διαβάσει δυο-τρεις βιογραφίες και αυτοβιογραφίες ( κάποτε ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια στα ράφια των βιβλιοπωλείων) οι οποίες τελικά δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα υπερβολικά λουστραρισμένο βιογραφικό σημείωμα και πάντα μου άφηναν μια περίεργη γεύση, κάτι σαν τα τηλεοπτικά προγράμματα όπου μαζεύονται και γλεντάνε δέκα-είκοσι
celebrities και αυτοί που βλέπουν από την τηλεόραση υποτίθεται ότι πρέπει να διασκεδάσουν βλέποντας τους άλλους να χορεύουν, να πίνουν και να τραγουδάνε. Λες και απευθύνονταν σε αναγνώστη - κοριτσάκι με τα σπίρτα που προσπαθεί να κοιτάξει από το σκονισμένο τζάμι (συγκινήθηκα, θα δακρύσω). «Ως εκ θαύματος» όμως, ο Κωνσταντίνος Τζούμας δεν με απογοήτευσε. Το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας του από τις εκδόσεις Καστανιώτη, (κυκλοφορεί και το δεύτερο, με τον τίτλο «Complete Unknown”) διαβάστηκε μονορούφι . Πρόκειται για ένα ταξίδι που ξεκινά από τον Πειραιά και συνεχίζεται για περίπου τρείς δεκαετίες. Παιδικά και εφηβικά χρόνια, τα πρώτα βήματα στον χορό και την υποκριτική και αποχαιρετισμός στα πάτρια εδάφη λίγο πριν το μεγάλο ταξίδι στην Αμερική. Ευχάριστο, καθόλου βαρετό , χωρίς κουραστικές άχρηστες λεπτομέρειες για τις οποίες "frankly my dear, I don't give a damn" , χωρίς ανελέητο name- dropping (και αυτό κάνει τη διαφορά) και τελικά η ζωή του συγγραφέα είναι απλά η αφορμή. Αν ήταν τραγούδι θα ήταν σίγουρα το «Lust for life”



Στη Βίλα Κομπρέ ψάχνει ο Θάνος, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, την απάντηση στον γρίφο που του κληροδότησε ο πατέρας του. Η αναζήτηση δεν θα είναι εύκολη και – με αφορμή μια παλιά πολαρόιντ- θα φτάσει πολύ μακριά (στην κυριολεξία) μέχρι να ανακαλύψει τη λύση του αινίγματος, μέχρι να ανακαλύψει ποιός είναι ο ίδιος. Ξεχώρισα τη γηραιά κυρία «Άλμα», η οποία υποστηρίζει ότι «Η αισθητική είναι κάτι πολύ σημαντικό ξέρετε. Εγώ, αν τρωγόταν, θα κατέβρεχα ακόμα και το ψωμί με άρωμα». Είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάζω από τον συγγραφέα και έχει μπει στα αγαπημένα. Το διάβασα ακούγοντας “The quest” του Bryn Christopher. Καμιά φορά σιγοτραγουδώντας και το «Knocking on heaven’s door”. (Από τις εκδόσεις Καστανιώτη)