![]() | |
| Αυτή, πάντως, τη λένε Λολίτα! |
Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012
Όνομα και πράγμα...
Τετάρτη 2 Μαΐου 2012
"Η καρδιοβόρος αγωνία της κάλπης"
Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010
"Οδυσσέας και Μπλουζ"

Κυκλοφόρησε πρόσφατα, δύο χρόνια μετά το "Για να δει τη θάλασσα", το νέο μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου "Οδυσσέας και Μπλουζ" (εκδόσεις Καστανιώτη).
Ο Οδυσσέας Αλεξίου είναι ένας εξηντάχρονος εκκεντρικός συγγραφέας που ζει απομονωμένος στο "Κόκκινο σπίτι", σε μια ορεινή κοινότητα. Η Μπλουζ Αποστόλου είναι η νεαρή επιμελήτρια κειμένων και σκηνοθέτις που φτάνει στο Μπλε σπίτι, έναν ξενώνα της περιοχής. Αμέσως διαπιστώνει ότι όλοι οι κάτοικοι του χωριού μισούν τον συγγραφέα, ο οποίος θεωρείται υπεύθυνος για οτιδήποτε κακό συμβαίνει. Φοβερές και τρομερές φήμες κυκλοφορούν γι' αυτόν. Η Μπλουζ έχει έρθει στο χωριό προκειμένου να συναντήσει τον Οδυσσέα, για επαγγελματικούς λόγους. Μέσα στο Κόκκινο σπίτι ο συγγραφέας ξεναγεί την Μπλουζ στις Αίθουσες: του Χρόνου, της Χαμένης Αθωότητας, της Θάλασσας και των Αυτόχειρων Συγγραφέων (η Ευγενία Φακίνου περιγράφει υπέροχα κάθε μια από τις αίθουσες). Η Μπλουζ προσπαθεί να τον ξυπνήσει, να τον "ξεκλειδώσει" και να τον βγάλει από την απομόνωση την οποία έχει επιβάλλει ο ίδιος στον εαυτό του. Στην αρχή το κάνει από προσωπικό συμφέρον, για να ξαναρχίσει ο Οδυσσέας να δουλεύει το μισοτελειωμένο "Τρένο των νεφών", το βιβλίο που η ίδια επιμελείται, στη συνέχεια γιατί νοιάζεται για το πρόσωπο που αποκαλύπτεται όταν η μάσκα του εκκεντρικού και απρόσιτου συγγραφέα αρχίζει να ραγίζει. Από τη στιγμή που η Μπλουζ δεν υπακούει στις προειδοποιήσεις των κατοίκων του χωριού και αρχίζει τις επισκέψεις στο κόκκινο σπίτι, μπαίνει και αυτή στη μαύρη λίστα. Οι χωρικοί, χωρίς να γνωρίζουν τι λένε ή κάνουν η Μπλουζ και ο Οδυσσέας, τώρα πια θεωρούν ότι και οι δύο είναι εκπρόσωποι του κακού στο χωριό τους. Δεν τους καταλαβαίνουν αυτούς τους δυο, είναι διαφορετικοί από αυτούς άρα και επικίνδυνοι. Με αυτό το σκεπτικό, ό,τι άσχημο γίνεται -ακόμα κι ένας φόνος- πρέπει να προέρχεται από αυτούς, τους ξένους, τους διαφορετικούς. Αυτός ο φόβος για τους διαφορετικούς μοιάζει να υπαγορεύει τις πράξεις των κατοίκων της μικρής κοινότητας και είναι αυτοί οι κάτοικοι οι ίδιοι που καταβροχθίζουν αγόγγυστα την πιο δυνατή φόλα, σαν να πρόκειται για γκουρμέ μεζεδάκι, όταν ο σερβιτόρος είναι ένας από αυτούς, ένας από τους δικούς τους και όχι από τους άλλους. Το, εντυπωσιακό θα έλεγα, φινάλε είναι καταστροφή και λύτρωση μαζί για τους δύο ήρωες.
Ένα από τα καλύτερα της Ευγενίας Φακίνου, το συστήνω ανεπιφύλακτα. Επίσης επιμένω -από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο- ότι θα μπορούσε να γίνει υπέροχη κινηματογραφική ταινία.
Στο επόμενο επεισόδιο: Ποιό βιβλίο να διαβάσετε αν περνάτε κρίση ευτυχίας και αισιοδοξίας και θέλετε να μελαγχολήσετε? Πόσα βιβλία με το ίδιο ακριβώς θέμα πρέπει να γράψει ένας συγγραφέας πριν θεσπιστεί για χάρη του το βραβείο "όχι άλλο κάρβουνο!"? Βιβλία παραλίας: υπάρχουν ή πρόκειται για urban legend? Αυτά και άλλα πολλά στο επόμενο "η Dorothy διαβάζει".
Τρίτη 2 Μαρτίου 2010
"Ποτέ δεν πρέπει ν' αφήνουμε κάτι μισό."

Ένα ολόκληρο χωριό ακούει θλιμμένο
Το τραγούδι ενός πληγωμένου πουλιού
Είναι το μοναδικό πουλί του χωριού
Κι είναι ο μοναδικός γάτος του χωριού
Που το μισόφαγε
Και το πουλί σταμάτησε να τραγουδάει
Ο γάτος σταμάτησε να νιαουρίζει
Και να γλύφει τη μουσούδα του
Και το χωριό ετοιμάζει στο πουλί
Κηδεία επίσημη
Κι ο γάτος που είναι καλεσμένος
Προχωρεί πίσω από το μικρό αχυρένιο φέρετρο
Όπου είναι ξαπλωμένο το νεκρό πουλί
Το φέρετρο σηκώνει ένα μικρό κορίτσι
Το κορίτσι αυτό δεν σταματάει να κλαίει
Αν ήξερα πως σου 'κανα τόσο κακό
Λέει ο γάτος στο κορίτσι
Θα το είχα φάει ολόκληρο
Κι ύστερα θα ΄λεγα
Πως το είδα να πετάει ψηλά να φεύγει
Μέχρι τα πέρατα της γης
Κάτω εκεί τόσο μακριά
Απ'όπου κανείς ποτέ δε γυρίζει
Ίσως τότε πονούσες λιγότερο
Έτσι απλά θα λυπόσουν μονάχα.
Ποτέ δεν πρέπει ν' αφήνουμε κάτι μισό.
Ζακ Πρεβέρ
(μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης)
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009
Καλοκαιρινά αναγνώσματα
Είχα διαβάσει τα καλύτερα για το «Φτάσαμε στο τέλος» του Joshua Ferris (εκδόσεις Modern Times). Πρόκειται για την ιστορία των εργαζομενων σε μια διαφημιστική εταιρεία του Chicago. Η οικονομική ύφεση φέρνει τα πάνω-κάτω και οι εργαζόμενοι αρχίζουν ένας-ένας να παίρνουν το δρόμο για τα σπίτια τους. Επιπλέον, λες και δεν τους έφτανε η αγωνία για το ποιός θα είναι ο επόμενος που θα απολυθεί, καλούνται να αντιμετωπίσουν διάφορες άλλες καταστάσεις, όπως έναν οργισμένο πρώην συνάδελφο, μια διευθύντρια που μπορεί να είναι / μπορεί να μην είναι σοβαρά άρρωστη, μια εξαφάνιση που αλλάζει για πάντα τη ζωή μιας εργαζόμενης και άλλα. Μου άρεσε ο τρόπος που ο συγγραφέας έχει πλάσει κάθε έναν από τους χαρακτήρες των εργαζόμενων, καθώς και το γεγονός ότι μέχρι το τέλος η ταυτότητα του αφηγητή δεν αποκαλύπτεται. Κάποιες από τις καταστάσεις που παιδεύουν τους ήρωες του βιβλίου βγάζουν γέλιο, άλλες δίνουν τροφή για σκέψη και κάμποσες είναι κάτι παραπάνω από υπερβολικές. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι μου άρεσε, αλλά δεν με ενθουσίασε. Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης έψαχνα αυτό το... κάτι, που θα δικαιολογούσε τις τόσο καλές κριτικές, αλλά δυστυχώς δεν το βρήκα. Το διάβασα με δύο σελιδοδείκτες, καθώς τα σχόλια του μεταφραστή είναι μαζεμένα στο τέλος κάθε κεφαλαίου. Καθόλου βολικό (Παράξενη? Moi?).
Για ποιό λόγο να διαβάσω την (αυτο)βιογραφία ενός καλλιτέχνη? Γιατί να με ενδιαφέρει κάτι παραπάνω - εκτός από το έργο του? Κι εν τέλει , πόσο συναρπαστική μπορεί να είναι η ζωή του, αν δεν λέγεται Αρθούρος Ρεμπώ, Εντγκαρ Άλαν Πόε, Ελίζαμπεθ- πιάσε κομπιουτεράκι και μέτρα συζύγους- Τέιλορ ή Σπεράντζα Βρανά (όσοι έχουν διαβάσει το χειμμαρώδες «Τολμώ» με νιώθουν φαντάζομαι)? Η αλήθεια είναι ότι έχω διαβάσει δυο-τρεις βιογραφίες και αυτοβιογραφίες ( κάποτε ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια στα ράφια των βιβλιοπωλείων) οι οποίες τελικά δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα υπερβολικά λουστραρισμένο βιογραφικό σημείωμα και πάντα μου άφηναν μια περίεργη γεύση, κάτι σαν τα τηλεοπτικά προγράμματα όπου μαζεύονται και γλεντάνε δέκα-είκοσι celebrities και αυτοί που βλέπουν από την τηλεόραση υποτίθεται ότι πρέπει να διασκεδάσουν βλέποντας τους άλλους να χορεύουν, να πίνουν και να τραγουδάνε. Λες και απευθύνονταν σε αναγνώστη - κοριτσάκι με τα σπίρτα που προσπαθεί να κοιτάξει από το σκονισμένο τζάμι (συγκινήθηκα, θα δακρύσω). «Ως εκ θαύματος» όμως, ο Κωνσταντίνος Τζούμας δεν με απογοήτευσε. Το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας του από τις εκδόσεις Καστανιώτη, (κυκλοφορεί και το δεύτερο, με τον τίτλο «Complete Unknown”) διαβάστηκε μονορούφι . Πρόκειται για ένα ταξίδι που ξεκινά από τον Πειραιά και συνεχίζεται για περίπου τρείς δεκαετίες. Παιδικά και εφηβικά χρόνια, τα πρώτα βήματα στον χορό και την υποκριτική και αποχαιρετισμός στα πάτρια εδάφη λίγο πριν το μεγάλο ταξίδι στην Αμερική. Ευχάριστο, καθόλου βαρετό , χωρίς κουραστικές άχρηστες λεπτομέρειες για τις οποίες "frankly my dear, I don't give a damn" , χωρίς ανελέητο name- dropping (και αυτό κάνει τη διαφορά) και τελικά η ζωή του συγγραφέα είναι απλά η αφορμή. Αν ήταν τραγούδι θα ήταν σίγουρα το «Lust for life”
Στη Βίλα Κομπρέ ψάχνει ο Θάνος, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, την απάντηση στον γρίφο που του κληροδότησε ο πατέρας του. Η αναζήτηση δεν θα είναι εύκολη και – με αφορμή μια παλιά πολαρόιντ- θα φτάσει πολύ μακριά (στην κυριολεξία) μέχρι να ανακαλύψει τη λύση του αινίγματος, μέχρι να ανακαλύψει ποιός είναι ο ίδιος. Ξεχώρισα τη γηραιά κυρία «Άλμα», η οποία υποστηρίζει ότι «Η αισθητική είναι κάτι πολύ σημαντικό ξέρετε. Εγώ, αν τρωγόταν, θα κατέβρεχα ακόμα και το ψωμί με άρωμα». Είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάζω από τον συγγραφέα και έχει μπει στα αγαπημένα. Το διάβασα ακούγοντας “The quest” του Bryn Christopher. Καμιά φορά σιγοτραγουδώντας και το «Knocking on heaven’s door”. (Από τις εκδόσεις Καστανιώτη)


