Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Θέλω να τα π(ι)ώ...


vs



Εγώ, γενικά, δεν πίνω πολύ. Ενα ποτηράκι λευκό κρασί που και που (και κόκκινο, δεν με χαλάει), ένα ουισκάκι στα μεγάλα κέφια και φυσικά δε λέω όχι στη μεγάλη μου αδυναμία, ένα σπιτικό λικέρ φτιαγμένο με φράουλες και βότκα. Αυτά μόνο από αλκοόλ, καταχρήσεις δεν κάνω και η μοναδική περίπτωση που απαγορεύεται να πιώ είναι όταν παίρνω αντιβίωση, όπως τώρα καλή ώρα . Σε αυτή την περίπτωση ξυπνάει ο μεθύστακας μέσα μου και θέλω ό,τι δεν μπορώ να έχω. Θέλω μαργαρίτα, κοσμοπόλιταν και μοχίτο. Θέλω κρασί λευκό, κόκκινο και ροζέ. Θέλω ουίσκι, βότκα και τζιν. Θέλω και βοτκα μαρτίνι, shaken not stirred, σαν τον Τζέιμς Μποντ. Τα θέλω όλα. Το μόνο που δε θέλω είναι μπύρα, γιατί ως γνωστον κυκλοφορεί και σε alcohol free version, η οποία επιτρέπεται (ανάποδη,moi?). Γι' αυτό κι εγώ το έριξα στη σόδα: με λίγο λεμονάκι μέσα, μοιάζει καταπληκτικά με τζιν & τόνικ. Στη φάτσα. Μόνο...




Τρίτη, 03 Νοεμβρίου 2009

Η Dorothy έγινε ενός έτους!



Πέρασε ένας χρόνος από την ημέρα που φόρεσα για πρώτη φορά τα παπούτσια της Dorothy και - αφού έστειλα πρώτα το γατί για μια αναγνωριστική πτήση- άρχισα τις βόλτες στην μπλογκογειτονιά. Δεν το ξεκίνησα σαν ημερολόγιο, περισσότερο σαν ένα scrapbook για ό,τι μου αρέσει. Εβδομήντα -και κάτι- posts αργότερα, διαπιστώνω ότι κάθε φορά που ξαναδιαβάζω ένα κείμενο, οποιοδήποτε, θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια τι έκανα, τι σκεφτόμουν, τι αισθανόμουν όταν έγραφα. Τι με απασχολούσε και τι με έκανε χαρούμενη. Ετσι τελικά, αυτό που δεν ξεκίνησε σαν ημερολόγιο, έγινε στην πορεία κάτι καλύτερο από ημερολόγιο,αφού με αφορμή την κάθε ανάρτηση επανέρχονται στην μνήμη μου όλα τα περασμένα, σημαντικά και ασήμαντα. Γενέθλια λοιπόν , η Dorothy γίνεται ενός έτους κι εγώ σβήνω για λογαριασμό της το κεράκι πάνω στο cupcake. Ναι, ένα cupcake έφερα μόνο, γιατί την τούρτα θα την κόψουμε μια και καλή σε έναν μήνα περίπου. Φρόντισα όμως, για να πάει καλά η μέρα, να σας εφοδιάσω με όλα τα απαραίτητα για ένα δυναμωτικό πρωινό:

φρεσκοστυμμένος χυμός πορτοκάλι...


ο αγαπημένος μου καφές...


και δε θα μπορούσαν να λείπουν τα koulouria,
που -για την περίσταση-τα προσφέρουν οι

"Les Chakachas"!



Να είστε όλοι καλά

να χαμογελάτε

και να μην ξεχνάτε να φοράτε τα μαγικά παπουτσάκια σας!

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου...


Βραδάκι, κάτω από δυνατά φώτα, με τη μουσική να μας τρυπάει τ’αυτιά. Γιορτινή ατμόσφαιρα. Μια γνωστή μας έχει καλέσει στην επίδειξη μόδας που διοργανώνει για να παρουσιάσει στις πελάτισσες της τη νέα collection. Ο παρουσιαστής της εκδήλωσης μας ζητά από το μικρόφωνό να ελευθερώσουμε τον διάδρομο για να ξεκινήσει η πασαρέλα. Πέντε – έξι μοντέλα λικνίζονται με χάρη στο ρυθμό της μουσικής φορώντας τις νέες casual δημιουργίες. «Πως είναι έτσι αυτή?». Κάμποσα γυναικεία κεφάλια γυρίζουν προς το μέρος απ’όπου ακούγεται το ερώτημα (και είμαι σίγουρη ότι όλα σκέφτονται «για μένα λέει?»). «Μα κοίτα, πως είναι έτσι?», επαναλαμβάνει η φωνή, ακόμα πιο εκνευρισμένη αυτή τη φορά. Είναι η διπλανή μου, η οποία εκτοξεύει τα βέλη της –όπως αποδεικνύεται- εναντίον μιας εκ των μοντέλων. Της πιο όμορφης, οφείλω να συμπληρώσω. Κάθε φορά που η κοπέλα πλησιάζει με καινούργιο ρούχο, η –παντελώς άγνωστη σε μένα- διπλανή μου προσπαθεί να μας πείσει ότι το μοντέλο είναι χάλια ρε παιδί μου. Και πολύ χαζή επίσης: «Κοίτα, νύχια είναι αυτά? Πως τα έχει βάψει έτσι? Είναι χαζή?» αναρωτιέται. Τα δικά μου μάτια βλέπουν μόνο ένα υπέροχο κοραλλί βερνίκι. «Κοίτα, συνέχεια φτιάχνει τα μαλλιά της. Εξτένσιον (το τελικό «ς» το έφαγε η μαρμάγκα) είναι, φαίνεται. Καλά, φαίνεται ότι πρέπει να είναι και χαζή.» . «Καλέ κοίτα πως κοιτάει- περπατάει-χαμογελάει-αναπνέει η ηλίθια...». «Μα τόσα φτιασίδια πια?». Και η χαριστική βολή: «Εγώ πάντως δεν θα ήθελα να ήμουν έτσι! Αυτή είναι και χαζή.» και χαμογελά θριαμβευτικά, αποκαλύπτοντας μια οδοντοστοιχία που θα στοιχημάτιζα ότι έχει να αναμετρηθεί με οδοντιατρικό εργαλείο από τον περασμένο αιώνα. Μάλιστα. Επιτέλους βγάζει τον σκασμό όταν στην πασαρέλα εμφανίζεται ένας χορευτής, με κοιλιακούς φέτες και αρχίζει τις φιγούρες λάτιν. Την παρατηρώ για μερικά λεπτά και αναρωτιέμαι αν είναι ευγενικό να της πω ότι δεν ξέρω αν μπορεί να γίνει σαν τη «χαζή», μπορώ πάντως να της συστήσω έναν καλό οδοντίατρο και μια καλή κομμώτρια για αρχή. Ή μήπως να συμφωνήσω μαζί της και να καταγράψω τις αντιδράσεις της όσο θα της εξηγώ πως το iq μου αυξομειώνεται ανάλογα με το πόσο συχνά επισκέπτομαι το κομμωτήριο? Κάτι σαν «Σας καταλαβαίνω, εγώ να φανταστείτε, όταν έχω βαμμένη ρίζα και βαμμένα νύχια λέω συνέχεια βλακείες και ούτε ένα sudoku δεν μπορώ να λύσω, ενώ όταν έχω ρίζα μερικών μηνών μπορώ να σας πω την τετραγωνική ρίζα οποιουδήποτε αριθμού, χωρίς κομπιουτεράκι. Αμέ!» . Δεν προλαβαίνω να κάνω τίποτα από τα δύο, ο χορευτής τελειώνει τις γυροβολιές του και τα μοντέλα ξαναβγαίνουν, για να μας δείξουν και τα βραδινά φορέματα. Πάμε για δεύτερο γύρο. Δεν έχω παράπονο, μια χαρά περνάω. Τουλάχιστον δεν πλήττω.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Ο (εορτάζων) αδελφός μου & ένα γρήγορο αυτοκίνητο!


Το σημερινό post είναι αφιερωμένο εξαιρετικά στον αδελφό μου που γιορτάζει. Και αυτή τη φορά έχουμε περισσότερους λόγους για να γιορτάζουμε. Από μικρός ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τον στατικό μοντελισμό. Αυτό το hobby, δηλαδή, που απαιτεί πολλή -μα πάρα πολλή!- υπομονή και όσοι ασχολούνται με αυτό ξεκινάνε με ένα κουτί γεμάτο μικροσκοπικά κομματάκια και καταλήγουν με αγωνιστικά αυτοκίνητα, αεροπλάνα, άρματα μάχης και πολλά άλλα, που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα αληθινά (εντάξει, είναι λίγο μικρότερα και δεν προσφέρονται τα μοντέλα της Ferrari ή της Mercedes πχ για μια βόλτα στην παραλιακή, αλλά δε βαριέσαι...). Πριν από λίγες μέρες έλαβε χώρα στον Πολυχώρο "Απόλλων" η ετήσια Πανελλήνια Έκθεση - Διαγωνισμός της IPMS (Διεθνής Ένωση Πλαστικομοντελιστών) Ελλάδος. Στην έκθεση αυτή, στην κατηγορία αγωνιστικών αυτοκινήτων, συμμετείχε και ο αδελφός μου με μια Sauber Mercedes που έφτιαξε και η συμμετοχή του απέσπασε έπαινο!

Το μοντέλο στην "επίσημη" φωτογραφία! Δεν είναι μια κούκλα?


Και άλλες φωτογραφίες...






Εδώ παρέα με άλλα δύο μέλη της οικογένειας Mercedes, φτιαγμένα κι αυτά από τον αδελφό μου.



Κι εδώ μαντέψτε ποιοί, πριν από... λίγα (γκουχ, γκουχ) χρόνια!


Καθώς ο εορτάζων διαθέτει και πτυχίο κλασσικής κιθάρας, διαλέγοντας το soundtrack του post σκέφτηκα αρχικά να αφιερώσω κάτι που θα τιμούσε την οικογενειακή μουσική παιδεία και είχα καταλήξει σε αυτό εδώ. Τελικά άλλαξα γνώμη και διάλεξα αυτό:



Έτσι, γιατί μας αρέσει!

Δημήτρη να σε χαιρόμαστε!!!

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Καλοκαιρινά αναγνώσματα

Από τα βιβλία που διάβασα το καλοκαίρι ξεχώρισα τρία και τώρα που έπιασαν τα κρύα και οι βροχές θυμήθηκα να τους κάνω review.


Είχα διαβάσει τα καλύτερα για το «Φτάσαμε στο τέλος» του Joshua Ferris (εκδόσεις Modern Times). Πρόκειται για την ιστορία των εργαζομενων σε μια διαφημιστική εταιρεία του Chicago. Η οικονομική ύφεση φέρνει τα πάνω-κάτω και οι εργαζόμενοι αρχίζουν ένας-ένας να παίρνουν το δρόμο για τα σπίτια τους. Επιπλέον, λες και δεν τους έφτανε η αγωνία για το ποιός θα είναι ο επόμενος που θα απολυθεί, καλούνται να αντιμετωπίσουν διάφορες άλλες καταστάσεις, όπως έναν οργισμένο πρώην συνάδελφο, μια διευθύντρια που μπορεί να είναι / μπορεί να μην είναι σοβαρά άρρωστη, μια εξαφάνιση που αλλάζει για πάντα τη ζωή μιας εργαζόμενης και άλλα. Μου άρεσε ο τρόπος που ο συγγραφέας έχει πλάσει κάθε έναν από τους χαρακτήρες των εργαζόμενων, καθώς και το γεγονός ότι μέχρι το τέλος η ταυτότητα του αφηγητή δεν αποκαλύπτεται. Κάποιες από τις καταστάσεις που παιδεύουν τους ήρωες του βιβλίου βγάζουν γέλιο, άλλες δίνουν τροφή για σκέψη και κάμποσες είναι κάτι παραπάνω από υπερβολικές. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι μου άρεσε, αλλά δεν με ενθουσίασε. Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης έψαχνα αυτό το... κάτι, που θα δικαιολογούσε τις τόσο καλές κριτικές, αλλά δυστυχώς δεν το βρήκα. Το διάβασα με δύο σελιδοδείκτες, καθώς τα σχόλια του μεταφραστή είναι μαζεμένα στο τέλος κάθε κεφαλαίου. Καθόλου βολικό (Παράξενη? Moi?).



Για ποιό λόγο να διαβάσω την (αυτο)βιογραφία ενός καλλιτέχνη? Γιατί να με ενδιαφέρει κάτι παραπάνω - εκτός από το έργο του? Κι εν τέλει , πόσο συναρπαστική μπορεί να είναι η ζωή του, αν δεν λέγεται Αρθούρος Ρεμπώ, Εντγκαρ Άλαν Πόε, Ελίζαμπεθ- πιάσε κομπιουτεράκι και μέτρα συζύγους- Τέιλορ ή Σπεράντζα Βρανά (όσοι έχουν διαβάσει το χειμμαρώδες «Τολμώ» με νιώθουν φαντάζομαι)? Η αλήθεια είναι ότι έχω διαβάσει δυο-τρεις βιογραφίες και αυτοβιογραφίες ( κάποτε ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια στα ράφια των βιβλιοπωλείων) οι οποίες τελικά δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα υπερβολικά λουστραρισμένο βιογραφικό σημείωμα και πάντα μου άφηναν μια περίεργη γεύση, κάτι σαν τα τηλεοπτικά προγράμματα όπου μαζεύονται και γλεντάνε δέκα-είκοσι
celebrities και αυτοί που βλέπουν από την τηλεόραση υποτίθεται ότι πρέπει να διασκεδάσουν βλέποντας τους άλλους να χορεύουν, να πίνουν και να τραγουδάνε. Λες και απευθύνονταν σε αναγνώστη - κοριτσάκι με τα σπίρτα που προσπαθεί να κοιτάξει από το σκονισμένο τζάμι (συγκινήθηκα, θα δακρύσω). «Ως εκ θαύματος» όμως, ο Κωνσταντίνος Τζούμας δεν με απογοήτευσε. Το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας του από τις εκδόσεις Καστανιώτη, (κυκλοφορεί και το δεύτερο, με τον τίτλο «Complete Unknown”) διαβάστηκε μονορούφι . Πρόκειται για ένα ταξίδι που ξεκινά από τον Πειραιά και συνεχίζεται για περίπου τρείς δεκαετίες. Παιδικά και εφηβικά χρόνια, τα πρώτα βήματα στον χορό και την υποκριτική και αποχαιρετισμός στα πάτρια εδάφη λίγο πριν το μεγάλο ταξίδι στην Αμερική. Ευχάριστο, καθόλου βαρετό , χωρίς κουραστικές άχρηστες λεπτομέρειες για τις οποίες "frankly my dear, I don't give a damn" , χωρίς ανελέητο name- dropping (και αυτό κάνει τη διαφορά) και τελικά η ζωή του συγγραφέα είναι απλά η αφορμή. Αν ήταν τραγούδι θα ήταν σίγουρα το «Lust for life



Στη Βίλα Κομπρέ ψάχνει ο Θάνος, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, την απάντηση στον γρίφο που του κληροδότησε ο πατέρας του. Η αναζήτηση δεν θα είναι εύκολη και – με αφορμή μια παλιά πολαρόιντ- θα φτάσει πολύ μακριά (στην κυριολεξία) μέχρι να ανακαλύψει τη λύση του αινίγματος, μέχρι να ανακαλύψει ποιός είναι ο ίδιος. Ξεχώρισα τη γηραιά κυρία «Άλμα», η οποία υποστηρίζει ότι «Η αισθητική είναι κάτι πολύ σημαντικό ξέρετε. Εγώ, αν τρωγόταν, θα κατέβρεχα ακόμα και το ψωμί με άρωμα». Είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάζω από τον συγγραφέα και έχει μπει στα αγαπημένα. Το διάβασα ακούγοντας The quest” του Bryn Christopher. Καμιά φορά σιγοτραγουδώντας και το «Knocking on heavens door”. (Από τις εκδόσεις Καστανιώτη)



Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Μαζί ξανά (και ξανά και ξανά...)





Πρόσεχε τι εύχεσαι -έστω και για πλάκα- γιατί μπορεί να πραγματοποιηθεί. Μπορεί, για παράδειγμα, να κοιμηθείς ένα βράδυ Παρασκευής με την τηλεόραση ανοιχτή και να ξυπνήσεις ένα πρωί Σαββάτου (duh!), με την τηλεόραση ανοιχτή ακόμα και το πρώτο πράγμα που θα ακούσεις να είναι "Κόσμος, λέγετε παρακαλώ?" δια στόματος Χαρούλας Πεπονάκη. Heaven help us!

PS: Λεπτομέρειες για τη Χαρούλα και τ' άλλα παιδιά θα βρείτε εδώ.
PS2: Η επιλογή της φωτο ήταν δύσκολη. Ήμουν ανάμεσα σε αυτή, με το κοριτσάκι από το "Poltergeist", και σε μια της Sadako από το "Ring" (τη στιγμή που βγαίνει από την τηλεόραση βεβαίως βεβαίως).

Τρίτη, 06 Οκτωβρίου 2009

Υπόκλιση-Αυλαία...





Kάθε φορά που ακούω τρίτο κουδούνι η σκέψη μου –έστω και για δευτερόλεπτα- επιστρέφει σε ένα πρόσωπο ευγενικό, χαμογελαστό, γοητευτικό. Το όνομα του μου ήταν γνωστό, αλλά πρώτη φορά άκουσα περισσότερα γι’αυτόν από την Κ., όταν μου τηλεφώνησε ένα πρωί για να μου μεταφέρει τα καθέκαστα της προηγούμενης συνάντησης. Εγώ δεν είχα πάει γιατί τότε έδινα τα τελευταία μαθήματα για το πτυχίο κaι είχα πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα. Αγουροξυπνημένη και με τη σκέψη στα βάσανά μου (σ’αυτή τη ρημάδα την Ιστορία Κινηματογράφου και στην Εισαγωγή στη Λογοτεχνία που είχα δώσει τρεις φορές κι άλλα τέτοια ...) άκουσα την Κ. να φλυαρεί ενθουσιασμένη για τις προηγούμενες δουλειές του και να του πλέκει το εγκώμιο: και πόσο γοητευτικός και καλός και τι εκφραστικό βλέμμα (και για την Κ. αυτό ήταν το μεγαλύτερο κοπλιμέντο που μπορούσε να κάνει σε άνθρωπο) και ζεστή, βαθιά φωνή και, ok το σκέφτηκα ότι η μόνιμα ερωτευμένη και θεόμουρλη φιλενάδα μου πιθανότατα ήταν τσιμπημένη με τον καινούργιο. Στην επόμενη πρόβα, όμως, ήμουν παρούσα και κατάλαβα ότι τα λόγια της Κ. δεν έκρυβαν καμία μα καμία υπερβολή: ήταν όπως μου τον είχε περιγράψει και ακόμα γεμάτος ενθουσιασμό γι’αυτό που έκανε, υπομονετικός, αστείος, αυστηρός όταν έπρεπε και είχε έναν μοναδικό τρόπο να σε κάνει να θέλεις να δώσεις όλη σου την ψυχή σε ό,τι κάνεις. Φοβερός τύπος, φοβερός δάσκαλος. Εκείνο το βράδυ, κοίτα να δεις τώρα, μόλις είχα γυρίσει από το θέατρο. Είχα δει τη «Γυναίκα με τα μαύρα» και σκεφτόμουν πως αν τελικά έφτιαχνα blog(!) θα έγραφα κάτι για την παράσταση. Άνοιξα την τηλεόραση και –κοίτα να δείς σύμπτωση πάλι!- σε κάποιο κανάλι πέτυχα εκείνη την ταινία που δεν είχα δει ποτέ ολόκληρη και δεν είχα πετύχει ποτέ τις σκηνές του. Σκέφτηκα ότι είχα καιρό ν’ ακούσω κάτι για εκείνον και –αφού με κατσάδιασα ακόμα μια φορά που δεν είχα κρατήσει επαφή με τα παιδιά- έψαξα στο ίντερνετ μήπως και βρω τι θα έκανε τον χειμώνα, αν θα ήταν κάπου. Έτσι έμαθα ότι τον χειμώνα δε θα ήταν πουθενά. Και την άνοιξη και το καλοκαίρι και τον επόμενο χειμώνα και τον μεθεπόμενο το ίδιο, πουθενά. Ξαφνιάστηκα όταν διάβασα ότι «έφυγε».Γράψε λάθος: δεν ξαφνιάστηκα, πάγωσα πρώτα και μετά θύμωσα γιατί σύμφωνοι, όλοι γεννιόμαστε με τη σφραγίδα της ημερομηνίας λήξης χτυπημένη στο μπράτσο σαν tattoo από αόρατο μελάνι , αλλά τα τριάντα και κάτι γαμώτο μου δεν είναι η σωστή ηλικία για να πεθαίνει κανένας .Μετά είδα ότι είχε περάσει κάμποσος καιρός και θύμωσα και με τον εαυτό μου, που κοντεύω τα τριάντα και δεν έχω καταλάβει ακόμα ότι στη ζωή είσαι εξαιρετικά τυχερή αν συναντήσεις πέντε-έξι ανθρώπους που έχουν το δικό τους τρόπο να σε ανεβάζουν κι εσένα κάμποσα πατώματα ψηλότερα κι είναι σαν να ακούς το αγαπημένο σου τραγούδι ξανά και ξανά όταν είσαι κοντά τους, και που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να μοιραστούν μαζί σου αυτή την ξεχωριστή αύρα που τους περιβάλλει και σίγουρα αυτός που σε κάνει να λατρέψεις κάτι που αγαπάς είναι ένας από αυτούς. Κι ακόμα δεν έχω εμπεδώσει ότι ίσως τελικά αυτοί, οι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, να είναι που σε κάνουν κι εσένα λίγο καλύτερο άνθρωπο (κι ας μην το καταλαβαίνεις την ώρα που συμβαίνει) και οφείλεις –στον εαυτό σου πάνω απ’όλα- όταν συναντάς κάτι όμορφο να το κρατάς πολύ σφιχτά στη χούφτα σου και να μην το σκορπάς με την ηλίθια πεποίθηση ότι θα είναι πάντα εκεί, μια πρόβα, ένας φίλος, ένας παγωμένος καφές, μια σαχλαμάρα, μια βόλτα, δε βαριέσαι! Όλοι και όλα θα μείνουν στη θέση τους στρατιωτάκια ακούνητα και θα περιμένουν την μεγαλειότατη, που με τη σειρά της περιμένει πάντα και για όλα την κατάλληλη στιγμή . Τελικά τις είδα τις σκηνές από την ταινία. Έστω και αργά, είπα κι έγραψα ένα αντίο. Πέρασαν μήνες από τότε και αυτές τις σημειώσεις σκάλιζα πάλι και κάθισα και ξανάγραψα κι έσκισα και ξανάγραψα, ξανά και ξανά, και στο τέλος έγραψα κι αυτό εδώ, όχι για ένα αντίο πια, αλλά για ένα ευχαριστώ.


(Για τον Γ.)