






Βραδάκι, κάτω από δυνατά φώτα, με τη μουσική να μας τρυπάει τ’αυτιά. Γιορτινή ατμόσφαιρα. Μια γνωστή μας έχει καλέσει στην επίδειξη μόδας που διοργανώνει για να παρουσιάσει στις πελάτισσες της τη νέα collection. Ο παρουσιαστής της εκδήλωσης μας ζητά από το μικρόφωνό να ελευθερώσουμε τον διάδρομο για να ξεκινήσει η πασαρέλα. Πέντε – έξι μοντέλα λικνίζονται με χάρη στο ρυθμό της μουσικής φορώντας τις νέες casual δημιουργίες. «Πως είναι έτσι αυτή?». Κάμποσα γυναικεία κεφάλια γυρίζουν προς το μέρος απ’όπου ακούγεται το ερώτημα (και είμαι σίγουρη ότι όλα σκέφτονται «για μένα λέει?»). «Μα κοίτα, πως είναι έτσι?», επαναλαμβάνει η φωνή, ακόμα πιο εκνευρισμένη αυτή τη φορά. Είναι η διπλανή μου, η οποία εκτοξεύει τα βέλη της –όπως αποδεικνύεται- εναντίον μιας εκ των μοντέλων. Της πιο όμορφης, οφείλω να συμπληρώσω. Κάθε φορά που η κοπέλα πλησιάζει με καινούργιο ρούχο, η –παντελώς άγνωστη σε μένα- διπλανή μου προσπαθεί να μας πείσει ότι το μοντέλο είναι χάλια ρε παιδί μου. Και πολύ χαζή επίσης: «Κοίτα, νύχια είναι αυτά? Πως τα έχει βάψει έτσι? Είναι χαζή?» αναρωτιέται. Τα δικά μου μάτια βλέπουν μόνο ένα υπέροχο κοραλλί βερνίκι. «Κοίτα, συνέχεια φτιάχνει τα μαλλιά της. Εξτένσιον (το τελικό «ς» το έφαγε η μαρμάγκα) είναι, φαίνεται. Καλά, φαίνεται ότι πρέπει να είναι και χαζή.» . «Καλέ κοίτα πως κοιτάει- περπατάει-χαμογελάει-αναπνέει η ηλίθια...». «Μα τόσα φτιασίδια πια?». Και η χαριστική βολή: «Εγώ πάντως δεν θα ήθελα να ήμουν έτσι! Αυτή είναι και χαζή.» και χαμογελά θριαμβευτικά, αποκαλύπτοντας μια οδοντοστοιχία που θα στοιχημάτιζα ότι έχει να αναμετρηθεί με οδοντιατρικό εργαλείο από τον περασμένο αιώνα. Μάλιστα. Επιτέλους βγάζει τον σκασμό όταν στην πασαρέλα εμφανίζεται ένας χορευτής, με κοιλιακούς φέτες και αρχίζει τις φιγούρες λάτιν. Την παρατηρώ για μερικά λεπτά και αναρωτιέμαι αν είναι ευγενικό να της πω ότι δεν ξέρω αν μπορεί να γίνει σαν τη «χαζή», μπορώ πάντως να της συστήσω έναν καλό οδοντίατρο και μια καλή κομμώτρια για αρχή. Ή μήπως να συμφωνήσω μαζί της και να καταγράψω τις αντιδράσεις της όσο θα της εξηγώ πως το iq μου αυξομειώνεται ανάλογα με το πόσο συχνά επισκέπτομαι το κομμωτήριο? Κάτι σαν «Σας καταλαβαίνω, εγώ να φανταστείτε, όταν έχω βαμμένη ρίζα και βαμμένα νύχια λέω συνέχεια βλακείες και ούτε ένα sudoku δεν μπορώ να λύσω, ενώ όταν έχω ρίζα μερικών μηνών μπορώ να σας πω την τετραγωνική ρίζα οποιουδήποτε αριθμού, χωρίς κομπιουτεράκι. Αμέ!» . Δεν προλαβαίνω να κάνω τίποτα από τα δύο, ο χορευτής τελειώνει τις γυροβολιές του και τα μοντέλα ξαναβγαίνουν, για να μας δείξουν και τα βραδινά φορέματα. Πάμε για δεύτερο γύρο. Δεν έχω παράπονο, μια χαρά περνάω. Τουλάχιστον δεν πλήττω.
Είχα διαβάσει τα καλύτερα για το «Φτάσαμε στο τέλος» του Joshua Ferris (εκδόσεις Modern Times). Πρόκειται για την ιστορία των εργαζομενων σε μια διαφημιστική εταιρεία του Chicago. Η οικονομική ύφεση φέρνει τα πάνω-κάτω και οι εργαζόμενοι αρχίζουν ένας-ένας να παίρνουν το δρόμο για τα σπίτια τους. Επιπλέον, λες και δεν τους έφτανε η αγωνία για το ποιός θα είναι ο επόμενος που θα απολυθεί, καλούνται να αντιμετωπίσουν διάφορες άλλες καταστάσεις, όπως έναν οργισμένο πρώην συνάδελφο, μια διευθύντρια που μπορεί να είναι / μπορεί να μην είναι σοβαρά άρρωστη, μια εξαφάνιση που αλλάζει για πάντα τη ζωή μιας εργαζόμενης και άλλα. Μου άρεσε ο τρόπος που ο συγγραφέας έχει πλάσει κάθε έναν από τους χαρακτήρες των εργαζόμενων, καθώς και το γεγονός ότι μέχρι το τέλος η ταυτότητα του αφηγητή δεν αποκαλύπτεται. Κάποιες από τις καταστάσεις που παιδεύουν τους ήρωες του βιβλίου βγάζουν γέλιο, άλλες δίνουν τροφή για σκέψη και κάμποσες είναι κάτι παραπάνω από υπερβολικές. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι μου άρεσε, αλλά δεν με ενθουσίασε. Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης έψαχνα αυτό το... κάτι, που θα δικαιολογούσε τις τόσο καλές κριτικές, αλλά δυστυχώς δεν το βρήκα. Το διάβασα με δύο σελιδοδείκτες, καθώς τα σχόλια του μεταφραστή είναι μαζεμένα στο τέλος κάθε κεφαλαίου. Καθόλου βολικό (Παράξενη? Moi?).
Στη Βίλα Κομπρέ ψάχνει ο Θάνος, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, την απάντηση στον γρίφο που του κληροδότησε ο πατέρας του. Η αναζήτηση δεν θα είναι εύκολη και – με αφορμή μια παλιά πολαρόιντ- θα φτάσει πολύ μακριά (στην κυριολεξία) μέχρι να ανακαλύψει τη λύση του αινίγματος, μέχρι να ανακαλύψει ποιός είναι ο ίδιος. Ξεχώρισα τη γηραιά κυρία «Άλμα», η οποία υποστηρίζει ότι «Η αισθητική είναι κάτι πολύ σημαντικό ξέρετε. Εγώ, αν τρωγόταν, θα κατέβρεχα ακόμα και το ψωμί με άρωμα». Είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάζω από τον συγγραφέα και έχει μπει στα αγαπημένα. Το διάβασα ακούγοντας “The quest” του Bryn Christopher. Καμιά φορά σιγοτραγουδώντας και το «Knocking on heaven’s door”. (Από τις εκδόσεις Καστανιώτη)

|
|
Kάθε φορά που ακούω τρίτο κουδούνι η σκέψη μου –έστω και για δευτερόλεπτα- επιστρέφει σε ένα πρόσωπο ευγενικό, χαμογελαστό, γοητευτικό. Το όνομα του μου ήταν γνωστό, αλλά πρώτη φορά άκουσα περισσότερα γι’αυτόν από την Κ., όταν μου τηλεφώνησε ένα πρωί για να μου μεταφέρει τα καθέκαστα της προηγούμενης συνάντησης. Εγώ δεν είχα πάει γιατί τότε έδινα τα τελευταία μαθήματα για το πτυχίο κaι είχα πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα. Αγουροξυπνημένη και με τη σκέψη στα βάσανά μου (σ’αυτή τη ρημάδα την Ιστορία Κινηματογράφου και στην Εισαγωγή στη Λογοτεχνία που είχα δώσει τρεις φορές κι άλλα τέτοια ...) άκουσα την Κ. να φλυαρεί ενθουσιασμένη για τις προηγούμενες δουλειές του και να του πλέκει το εγκώμιο: και πόσο γοητευτικός και καλός και τι εκφραστικό βλέμμα (και για την Κ. αυτό ήταν το μεγαλύτερο κοπλιμέντο που μπορούσε να κάνει σε άνθρωπο) και ζεστή, βαθιά φωνή και, ok το σκέφτηκα ότι η μόνιμα ερωτευμένη και θεόμουρλη φιλενάδα μου πιθανότατα ήταν τσιμπημένη με τον καινούργιο. Στην επόμενη πρόβα, όμως, ήμουν παρούσα και κατάλαβα ότι τα λόγια της Κ. δεν έκρυβαν καμία μα καμία υπερβολή: ήταν όπως μου τον είχε περιγράψει και ακόμα γεμάτος ενθουσιασμό γι’αυτό που έκανε, υπομονετικός, αστείος, αυστηρός όταν έπρεπε και είχε έναν μοναδικό τρόπο να σε κάνει να θέλεις να δώσεις όλη σου την ψυχή σε ό,τι κάνεις. Φοβερός τύπος, φοβερός δάσκαλος. Εκείνο το βράδυ, κοίτα να δεις τώρα, μόλις είχα γυρίσει από το θέατρο. Είχα δει τη «Γυναίκα με τα μαύρα» και σκεφτόμουν πως αν τελικά έφτιαχνα blog(!) θα έγραφα κάτι για την παράσταση. Άνοιξα την τηλεόραση και –κοίτα να δείς σύμπτωση πάλι!- σε κάποιο κανάλι πέτυχα εκείνη την ταινία που δεν είχα δει ποτέ ολόκληρη και δεν είχα πετύχει ποτέ τις σκηνές του. Σκέφτηκα ότι είχα καιρό ν’ ακούσω κάτι για εκείνον και –αφού με κατσάδιασα ακόμα μια φορά που δεν είχα κρατήσει επαφή με τα παιδιά- έψαξα στο ίντερνετ μήπως και βρω τι θα έκανε τον χειμώνα, αν θα ήταν κάπου. Έτσι έμαθα ότι τον χειμώνα δε θα ήταν πουθενά. Και την άνοιξη και το καλοκαίρι και τον επόμενο χειμώνα και τον μεθεπόμενο το ίδιο, πουθενά. Ξαφνιάστηκα όταν διάβασα ότι «έφυγε».Γράψε λάθος: δεν ξαφνιάστηκα, πάγωσα πρώτα και μετά θύμωσα γιατί σύμφωνοι, όλοι γεννιόμαστε με τη σφραγίδα της ημερομηνίας λήξης χτυπημένη στο μπράτσο σαν tattoo από αόρατο μελάνι , αλλά τα τριάντα και κάτι γαμώτο μου δεν είναι η σωστή ηλικία για να πεθαίνει κανένας .Μετά είδα ότι είχε περάσει κάμποσος καιρός και θύμωσα και με τον εαυτό μου, που κοντεύω τα τριάντα και δεν έχω καταλάβει ακόμα ότι στη ζωή είσαι εξαιρετικά τυχερή αν συναντήσεις πέντε-έξι ανθρώπους που έχουν το δικό τους τρόπο να σε ανεβάζουν κι εσένα κάμποσα πατώματα ψηλότερα κι είναι σαν να ακούς το αγαπημένο σου τραγούδι ξανά και ξανά όταν είσαι κοντά τους, και που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να μοιραστούν μαζί σου αυτή την ξεχωριστή αύρα που τους περιβάλλει και σίγουρα αυτός που σε κάνει να λατρέψεις κάτι που αγαπάς είναι ένας από αυτούς. Κι ακόμα δεν έχω εμπεδώσει ότι ίσως τελικά αυτοί, οι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, να είναι που σε κάνουν κι εσένα λίγο καλύτερο άνθρωπο (κι ας μην το καταλαβαίνεις την ώρα που συμβαίνει) και οφείλεις –στον εαυτό σου πάνω απ’όλα- όταν συναντάς κάτι όμορφο να το κρατάς πολύ σφιχτά στη χούφτα σου και να μην το σκορπάς με την ηλίθια πεποίθηση ότι θα είναι πάντα εκεί, μια πρόβα, ένας φίλος, ένας παγωμένος καφές, μια σαχλαμάρα, μια βόλτα, δε βαριέσαι! Όλοι και όλα θα μείνουν στη θέση τους στρατιωτάκια ακούνητα και θα περιμένουν την μεγαλειότατη, που με τη σειρά της περιμένει πάντα και για όλα την κατάλληλη στιγμή . Τελικά τις είδα τις σκηνές από την ταινία. Έστω και αργά, είπα κι έγραψα ένα αντίο. Πέρασαν μήνες από τότε και αυτές τις σημειώσεις σκάλιζα πάλι και κάθισα και ξανάγραψα κι έσκισα και ξανάγραψα, ξανά και ξανά, και στο τέλος έγραψα κι αυτό εδώ, όχι για ένα αντίο πια, αλλά για ένα ευχαριστώ.