Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Παγκόσμια ημέρα ποίησης... (part 8)



                                   Επιτύμβιον

 Πέθανες - κι έγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ξερα τί κάθαρμα ήσουν,
Τί κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Κοιμού εν ειρήνη, δεν θα 'ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα 'σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.

Μανόλης Αναγνωστάκης, "Ο Στόχος"

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Γράμμα στον Άγιο Βασίλη (Ωχ μανούλα μου! edition)



Αγαπημένε Άγιε Βασίλη,

Εγώ είμαι, η φιλενάδα σου η Dorothy. Πριν πεις "Πάλι εσύ;", ίσως θα έπρεπε να σου θυμίσω ότι η τελευταία χρονιά που σου έστειλα γράμμα ήταν το 2012, και από τότε δεν σε έχω ξαναενοχλήσει. Φέτος, όμως, αγαπημένο αγόρι με τα κόκκινα, αποφάσισα να σου γράψω, μιας και εκτός από τα πολύ απλά που είναι για σένα παιχνιδάκι (έχουμε και λέμε: α)τζακ ποτ στο τζόκερ β) σωσία του Μάικλ Φασμπέντερ - ή και τον ίδιο αν είναι διαθέσιμος, δεν πρόκειται να φέρω αντιρρήσεις και γ) άρση των capital contols, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά) έχω να σου ζητήσω και κάτι ακόμα. Πρώτα, όμως, να σου εκθέσω τα γεγονότα.
Εγώ, που λες Άγιε Βασίλη μου, από τα πρώτα μου επαγγελματικά βήματα, ξεχώρισα μία πολύ ενοχλητική και εκνευριστική κατηγορία συναδέλφων, την οποία ονόμασα με πολλή αγάπη και στοργή "οι μανούλες". Disclaimer: Δεν αναφέρομαι σε όλες τις εργαζόμενες μητέρες, που γίνονται κάθε μέρα εκατό και βάλε κομμάτια για να προλάβουν σπίτι/δουλειά/παιδιά/σκυλιά/γατιά και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Αναφέρομαι σε αυτές που έχουν την εντύπωση ότι από τη στιγμή που απέκτησαν παιδιά δεν έχουν καμία απολύτως υποχρέωση απέναντι σε εργοδότες/συναδέλφους/στην κοινωνία εν γένει, και με ένα μελιστάλαχτο "εγώ είμαι μανουουουούλα"  δηλώνουν ότι έκλεισαν σαν προσωπικότητες, λες και το να είσαι μάνα σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να καλλιεργήσεις το πνεύμα σου, ούτε να διατηρείς  ανοιχτούς τους ορίζοντές σου.  Παλαιότερα, είχα συναντήσει μια - δυο σκόρπιες, αλλά τον τελευταίο καιρό Άγιε Βασίλη μου, είμαι περικυκλωμένη.
Για τις "μανούλες" που τρώω στη μάπα συναναστρέφομαι καθημερινά, κάθε γυναίκα που έχει περάσει τα τριάντα και δεν έχει παιδί, χαμένο κορμί τη φωνάζουν κι αλήτη, που λέει και το άσμα. Μίασμα της κοινωνίας. Αν δε- o tempora o mores -  είναι και ανύπαντρη, τότε σίγουρα έχει κάποιο κρυφό κουσούρι. Ξέρουν αυτές. Όταν δεν κουτσομπολεύουν, μου λένε τα νέα τους, τουτέστιν:  Τί έφαγε το παιδί χθες; Τί έκανε στο σχολείο το παιδί χθες; Τί ώρα κοιμήθηκε το παιδί χθες; Από μυξούλες/κακάκια/εμετούλη πως πήγαμε χθες;  Και το σημαντικότερο: Δεν μιλάμε για βρέφη! Μιλάμε για νήπια και για ολόκληρα γαϊδούρια που σε λίγο θα πάνε φαντάροι! Όταν τελειώνει το briefing, αφοσιώνονται στα κομπιούτερ τους και ψάχνουν ό,τι μπορείς να φανταστείς, με μία προϋπόθεση: να μην έχει σχέση με τη δουλειά που πρέπει να κάνουν. Έτσι λοιπόν μπαίνουν σε φόρουμ όπου συζητούν με άλλες "μανούλες" (σ.σ: Είχα δει σε ένα σάιτ ένα screen shot όπου μια "μανούλα" ρώταγε αν ο ιός έμπολα προσβάλλει και ανθρώπους ή μόνο υπολογιστές. Νόμιζα πως ήταν φωτομοντάζ. Τώρα πιστεύω!) ανακαλύπτουν  μοδάτες συνταγές για "καναπεδάκια για το πάρτι της συμμαθητριούλας της κορούλας" και "διακοσμητικούλια για τη ντουλαπίτσα" του γιού και "παπουτσάκια με λίγο τακουνάκι, μόνο δέκα ποντάκια, σε κανένα ωραίο χρωματάκι, για να το συνδυάσω με ένα φορεματάκι στη βάφτιση". Αν κάνεις το λάθος να ρωτήσεις "Ποιά βάφτιση" θα πάρεις, Santa baby, μια απάντηση τύπου "Βαφτίζει την κορούλα της η αδελφούλα της ξαδελφούλας του αντρούλη μου, που ήταν πέρσι εγκυουουούλα". Γιατί, αγαπημένε, να σε ενημερώσω πως η μία εκ των "μανούλων" συναδέλφων είναι προγραμματισμένη να μιλάει μόνο με υποκοριστικά, και όποτε την ακούω  νιώθω μία ανατριχίλα, σαν να περπατάνε πάνω μου πενήντα σαλαμάνδρες. Αυτό, όμως, που με κάνει να σκίζω τις δαντέλες μου είναι που, ενώ όταν ψάχνουν για κάθε είδους ηλιθιότητα νομίζεις ότι έχεις απέναντί σου τον Μπιλ Γκέιτς και τον Μαρκ Ζάκερμπεργκ αυτοπροσώπως, όταν πρόκειται για θέματα της δουλειάς κάτι παθαίνουν και κοιτάζουν την οθόνη λες και διεξάγεται μπροστά τους το πείραμα του cern. Αν τους πεις να ανοίξουν και κανένα αρχείο στο excel, πρέπει να έχεις μαζί απαραιτήτως πιεσόμετρο και υπογλώσσια. Για αυτή την excelοφοβία μίλησα στην αγαπημένη ξαδέλφη Ε., της οποίας το μάτι άρχισε να γυαλίζει επικίνδυνα όταν αναφέρθηκε σε δική της συνάδελφο που υποστήριζε πως δεν γνώριζε ούτε καν ποιό είναι το εικονίδιο από το οποίο ανοίγεις το excel. "Να ανοίξει παράθυρο ιδιωτικής περιήγησης για να μπει στο φέισμπουκ ήξερε όμως", συμπλήρωσε με νόημα η ξαδέλφη.  Σου ορκίζομαι, Άγιε Βασίλη, κανείς δεν ζητάει από τις συναδέλφους να λύσουν διαφορικές εξισώσεις: καμιά λίστα, κανένα πινακάκι, άντε στο τσακίρ κέφι να πρέπει να βρουν κανένα άθροισμα. "Μπορείς να το κάνεις εσύ; Εγώ δεν είμαι και πολύ καλά σήμερα... είμαι και μανούουουλα...έγνοιες, βάσανα, σνιφ, κλαψ, κλαψ...".


Φυσικά, είναι πάντα κουρασμένες, Άγιε Βασίλη. Πτώματα σου λέει. "Δηλαδή ρε συ μανούλα", ρωτάω την αγαπημένη μου, το μεγαλύτερο βλήμα από όλες, "αν αντί για υπάλληλος χωρίς πολλές πολλές ευθύνες, με τη γραφειάρα σου, το οχτάωρό σου, τις άδειές σου -κανονικές και από τη σημαία- και όλα τα κομφόρ (και πραγματικά θυμώνω όταν σκέφτομαι ότι υπάρχουν τόσοι άνθρωποι -με παιδιά ή χωρίς παιδιά- που διαθέτουν και  προσόντα και όρεξη για δουλειά, και δεν βρίσκουν κάτι, ενώ τέτοιοι στόκοι καταφέρνουν να επιβιώνουν στην εργασιακή αρένα) αλλά ήσουν κάτι πιο απαιτητικό, ας πούμε γιατρός στο Ε.Σ.Υ, με τις εφημερίες σου, με τα ξενύχτια σου, με τα σέα σου και τα μέα σου τι θα έλεγες τότε;". Το βλέμμα της "μανούλας" παγώνει. Κακό παράδειγμα, το ομολογώ,άλλωστε το μόνο που θα μπορούσε να προσφέρει στην επιστήμη είναι ο εγκέφαλός της, για μελέτη: περιέχει αέρα κοπανιστό ή σανό; "Αν ήσουν ανώτερο στέλεχος και χτύπαγες δεκαεξάωρα; Αν σκούπιζες τους δρόμους; Αν ήσουν υπάλληλος σε σούπερ μάρκετ;". Τώρα το βλέμμα φανερώνει τρόμο, σαν να είπα πχ "Αν περπατούσες στο Δρόμο με τις Λεύκες περασμένα μεσάνυχτα και εμφανιζόταν μπροστά σου ο Φρέντι Κρούγκερ;".
Άλλο χαρακτηριστικό, dear Santa, είναι η αγάπη και ενσυναίσθηση προς τον συνάνθρωπο: "Αααααχ! Γιατί δεν κάνει πιο πολύ κρύο; Γιατί δεν χιονίζει; Να ανάψουμε το καλοριφέρ στο φουλ και να παίζουμε επιτραπέζια μπροστά στο τζάκιιιιι! Ωραία δεν θα είναααααιιιι;". "Ξέρεις, πολύς κόσμος είναι στο δρόμο. Κι άλλοι δεν έχουν μήτε euroσέντσι για πετρέλαιο, οπότε όχι, καλύτερα να μην έχουμε χιόνια.". Προβληματισμένο βλέμμα. Απάντηση: "Έχεις δίκιο... πρέπει να σκεφτόμαστε και τους άλλους". Success! "Αλλά εγώ θέλω χιόοοοονιιιιιααα!".
Άγιε Βασίλη, με λαμβάνεις; Με νιώθεις;
Γι' αυτό λοιπόν στρουμπουλό ασπρομάλλικο/ασπρογένικο γκομενάκι, θέλω για το 2016 -εκτός από  αυτά που αναφέρω στην πρώτη παράγραφο του γράμματός μου- να μου φέρεις μια καινούργια δουλειά. Κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μου, ξέρεις εσύ... Και χωρίς "μανούλες". Μανούλες, εκτός εισαγωγικών, όσες θέλεις, με τις εντός εισαγωγικών έχω το θέμα. Επίσης, το dress code να είναι business formal, διότι αφενός μεν έχω βαρεθεί το business casual, αφετέρου δε αν ξαναδώ συνάδελφο με φόρμα(!) θα τον αναφέρω στην αστυνομία μόδας και αμαρτία ουκ έχω.
 Με τις θερμότερες ευχές μου για  ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, και ένα 2016 γεμάτο υγεία και χαμόγελα, και σαφώς καλύτερο   από το '15, σε φιλώ και ανανεώνω το ραντεβού μας για του χρόνου!

Με αγάπη,
Dorothy

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

"18,20,22..."





Την ημέρα που συνέβη το πρώτο περιστατικό τη θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Μόλις είχα επιστρέψει στο σπίτι, θα ήταν γύρω στις έντεκα το πρωί, και η κυρία Βέρα που μένει δίπλα, στο 24, σκούπιζε το πεζοδρόμιο με φούρια. "Τα 'μαθες;" με ρώτησε και πριν προλάβω να απαντήσω με κοίταξε με βλέμμα γεμάτο οίκτο, με το χέρι στη μέση, κουνώντας πάνω κάτω το κεφάλι.  "Αμ που να τα μάθεις βρε καημένο, που λείπεις από την Παρασκευή το πρωί κι είναι Σαββάτο μεσημέρι... Και να σε πληρώνανε και υπερωρίες καλά θα 'τανε... Αχ! Και στον δικό μου τα λέω, τί κάθεσαι εδώ, τράβα έξω μπας και δεις προκοπή, αλλά αυτός που να με ακούσει; Βλέπεις τη μάνα δεν την ακούει, έχει την άλλη και δίνει διαταγές! Κι εμένα με ξέρεις, δεν μιλάω, δεν μιλάω, αλλά καμιά μέρα δεν θα αντέξω και...". "Τι συνέβη;" τη διέκοψα, με προσποιητό ενδιαφέρον, πνίγοντας ένα χασμουρητό, ακριβώς επειδή γνώριζα ότι, αν την άφηνα να συνεχίσει, όλα  αυτά που δεν λέει στον γιο της θα τα έλεγε σε μένα. Έχω ήδη μία μάνα που δεν μιλάει - δεν μιλάει, δεν χρειάζομαι δεύτερη.  Η κυρία Βέρα έστρωσε το σάλι της στους ώμους. Ο Μαγιάτικος ήλιος έδειχνε τα δόντια του. "Την  Τέτα που μένει στη γωνία, στο 18 την ξέρεις;". Φυσικά και την ήξερα. Τριάντα ολόκληρα χρόνια,  αλλά η αφήγηση έπρεπε να έχει σασπένς. Η Τέτα ζούσε στο ισόγειο και η ανιψιά της με τα δύο παιδιά της στον πρώτο. Ήταν συνταξιούχος μαθηματικός, αυστηρή, γκρινιάρα, γνωστή και ως "η γεροντοκόρη". Όλοι παραξενεύτηκαν όταν πριν δυο χρόνια η ανιψιά της μετακόμισε στο ίδιο κτίριο. "Η ανάγκη κυρία Βέρα μου" είχε εξομολογηθεί η ανιψιά όταν η Βέρα της χτύπησε το κουδούνι κρατώντας μία σπιτική μηλόπιτα, για το καλωσόρισμα και για να είναι πιο γλυκιά η ανάκριση. "Με τον πρώην μου μέναμε στον νοίκι, τώρα μέχρι να βρω καμιά δουλειά πως θα τα βγάζαμε πέρα; Μόνο αυτή έχω". Όλοι παραξενεύτηκαν ακόμα περισσότερο όταν, στην αρχή της σχολικής χρονιάς, η Τέτα προσφέρθηκε να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα σε δυο  παιδάκια της γειτονιάς, χωρίς πληρωμή, γιατί έμαθε ότι οι γονείς τους τα έφερναν βόλτα δύσκολα. Έτσι κι εκείνο το Σαββατιάτικο πρωινό, οι μικροί μαθητές χτύπησαν το κουδούνι στις εννέα ακριβώς. Ξαναχτύπησαν. Η Τέτα δεν άνοιξε. Διέσχισαν τον δρόμο, να συμβουλευτούν τους γονείς τους.  Ξαναχτυπήστε και αν δεν ανοίξει χτυπήστε στην ανιψιά της τους είπαν και κάπως έτσι, όταν το εφεδρικό κλειδί άνοιξε την πόρτα, βρήκαν την Τέτα γονατισμένη δίπλα στο τραπεζάκι του σαλονιού, αχτένιστη και με μάτια κόκκινα από το ξενύχτι,  να παίζει σκάκι. Ο παίκτης με τα μαύρα πιόνια είχε κατατροπώσει τα λευκά πιόνια της Τέτας. Ο παίκτης με τα μαύρα πιόνια είχε εξαφανιστεί."Βιολέτες, μύριζε βιολέτες" ήταν τα μόνα λόγια που κατάφερε να ψιθυρίσει η Τέτα, κι έπειτα βυθίστηκε σε ύπνο βαρύ. Όταν ξύπνησε, αμέτρητες ώρες αργότερα, δεν θυμόταν τίποτα. Ο γιατρός που την εξέτασε τη βρήκε υγιέστατη. "Μήπως συνέβη κάτι που την τάραξε;" ρώτησε την ώρα που τακτοποιούσε το πιεσόμετρο στην τσάντα του. Τίποτα δε συνέβη. Το επεισόδιο θεωρήθηκε λήξαν και την επόμενη κιόλας μέρα η ζωή επέστρεψε στον συνηθισμένο ρυθμό της. Το μόνο που άλλαξε ήταν ότι η ανιψιά άρχισε να κλειδώνει την εξώπορτα της δυο φορές.
Πέρασαν σχεδόν δυο μήνες. Η Τέτα μετακόμισε από τα μέσα του Ιούνη στο εξοχικό της στη Σαλαμίνα. Μαζί και η ανιψιά, για να κάνουν κανένα μπάνιο τα παιδιά. "Πες καλύτερα για να την έχει από κοντά, μην τυχόν και προλάβει άλλος το παραθαλάσσιο οικοπεδάκι με το λυόμενο" έσπευσε να με ενημερώσει η κυρία Βέρα ένα πρωινό, αρχές Ιουλίου. Φορούσε ένα χτυπητό κίτρινο φόρεμα με πράσινα κουμπιά, είχε τα μαλλιά τυλιγμένα σε ρόλει και σκούπιζε όπως πάντα με μανία το πεζοδρόμιο. Μια χώρα ολόκληρη περίμενε με αγωνία το δημοψήφισμα και ξεροστάλιαζε  έξω από τις κλειστές τράπεζες για να σηκώσει τα εξήντα ευρώ της μέρας και ο καημός της Βέρας ήταν τα κληρονομικά της γειτόνισσας. Το επόμενο πρωί, Σάββατο 4 Ιουλίου, ξύπνησα στις επτά ακριβώς. Θα δούλευα από το σπίτι εκείνη τη μέρα. Μετά από το τρίπτυχο ντους - καφές -τσιγάρο βολεύτηκα μπροστά στον υπολογιστή. Η κραυγή που μου πάγωσε το αίμα ακούστηκε στις εννέα και τέταρτο.
Η κυρία Ελίζα, χήρα συνταγματάρχη, κάθε Σάββατο πρωί στις εννέα ακριβώς επισκέπτεται το κομμωτήριο της γειτονιάς, για ένα φρεσκαρισματάκι όπως λέει. Μέχρι εκείνο το Σάββατο δεν είχε καθυστερήσει ποτέ, ούτε λεπτό. Όταν η ώρα πήγε εννέα και πέντε, η Σοφία η κομμώτρια ανησύχησε και έστειλε την κόρη της να της χτυπήσει το κουδούνι, μήπως το είχε ξεχάσει. Η μικρή έκλεισε απρόθυμα το κουτσομπολίστικο περιοδικό που διάβαζε, σχημάτισε μια φούσκα με την τσίχλα της, και περπάτησε τα διακόσια μέτρα που χώριζαν το κομμωτήριο από το σπίτι της Ελίζας, που καθόταν στο νούμερο 20. Μεσοτοιχία με την Τέτα δηλαδή. Ανέβηκε τα τρία σκαλάκια της βεράντας και χτύπησε το κουδούνι. Τίποτα. Ξαναχτύπησε, κρατώντας επίτηδες το δάχτυλό της πατημένο στο κουδούνι, χαχανίζοντας στη σκέψη της ενόχλησης που θα προκαλούσε το επίμονο κουδούνισμα στην Ελίζα. Καμία αντίδραση. Πρόσεξε ότι τα παντζούρια του παραθύρου που έβλεπε στη βεράντα ήταν ανοιχτά. Πλησίασε και χτύπησε ελαφρά το τζάμι. Μια κουρτίνα από δαντέλα, πλεγμένη στο χέρι, της έκρυβε τη θέα. Πλησίασε και κόλλησε το πρόσωπό της στο τζάμι. Μισοέκλεισε τα μάτια της, μέχρι που έγιναν σαν δυο γραμμές, προσπαθώντας να δει μέσα από τις τρύπες που σχημάτιζε το σχέδιο της κουρτίνας. Όταν επιτέλους κατάφερε να δει ήταν ακριβώς εννέα και τέταρτο.
Η Ελίζα καθόταν μπροστά στο κλειστό πιάνο. Φορούσε το νυφικό της, μόνο που στα σαράντα χρόνια που μεσολάβησαν από τότε που ενώθηκε εις σάρκαν μία με τον μακαρίτη τον συνταγματάρχη, η άλλοτε  λεπτή σαν μίσχος σιλουέτα της είχε φορτωθεί με ίσο αριθμό κιλών  και το φερμουάρ στην πλάτη έχασκε ανοικτό, αποκαλύπτοντας ένα μαύρο σατέν  κομπινεζόν. Ο αρχοντικός κότσος της ήταν λυμένος και τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά της έπεφταν αχτένιστα στους ώμους. Πάνω στο τραπέζι, μέσα σε έναν ασημένιο δίσκο με λευκό κεντημένο κοφτό πετσετάκι, ήταν σερβιρισμένο σε κρυστάλλινο ποτήρι με περίτεχνα σκαλίσματα, κομμάτι από την προίκα της,  το περίφημο λικέρ βύσσινο που έφτιαχνε κάθε χρόνο και ακριβώς δίπλα, σε ασορτί πιατάκι, δύο κουλουράκια κανέλας. Το πιο ανησυχητικό, όμως, σε αυτό το σουρεαλιστικό σκηνικό δεν ήταν άλλο από το πρόσωπο της Ελίζας. Έμοιαζε να είχε πετρώσει. Όταν, δε, μπήκαν οι γείτονες στο σπίτι και τη ρωτούσαν  γεμάτοι ανησυχία τί συνέβη, δεν κατάφεραν να της πάρουν ούτε μία λέξη. "Σαν να είχε κοιτάξει κατάματα τη Μέδουσα", θέλησα να διασκεδάσω την ταραχή της κυρίας Βέρας, που έσπευσε να μου αφηγηθεί τα γεγονότα το ίδιο απόγευμα. "Ποια είναι πάλι αυτή;" με ρώτησε. "Μια γνωστή μου" απάντησα, για να ξεμπερδεύω. Η Βέρα συνέχισε απτόητη. Η Ελίζα δεν μιλούσε σε κανέναν. Μόνο όταν έφτασε η δίδυμη αδελφή της, χήρα σμηνάρχου αυτή, ψιθύρισε δυο λόγια. "Άδεια μάτια... γύρισε είπε". Όλοι την κοίταξαν με ανησυχία και οίκτο μαζί. Την καημένη, πάει τρελάθηκε. Μόνο όταν έπιασε το μπράτσο της αδελφής της και γεμάτη αγωνία συμπλήρωσε δυο ακόμα λέξεις αισθάνθηκαν όλοι σαν να φύσηξε μέσα στο δωμάτιο παγωμένος αέρας. "Μύριζε βιολέτες".
Αυτό ήταν! Στη γειτονιά μας, και μάλιστα στην πλευρά των ζυγών αριθμών, κυκλοφορούσε μυστηριώδες άτομο αγνώστου ταυτότητος, νεκρό ή ζωντανό δεν ξέραμε αλλά αυτό με τα άδεια μάτια δεν ακουγόταν για καλός οιωνός σύμφωνα με τη Βέρα, που έβγαινε από κλειδωμένες πόρτες, μύριζε βιολέτες, προτιμούσε τα σπιτικά ηδύποτα  και γύρισε. Από που γύρισε κανείς δεν ήξερε. "Είναι συνηθισμένο άρωμα η βιολέτα κυρία Βέρα μου, μέχρι και ο Τομ Φορντ κυκλοφόρησε ένα πριν κάτι χρόνια" προσπάθησα να καθησυχάσω τη γειτόνισσά μου που, τρέμοντας από τον φόβο, είχε λουφάξει σε μια καρέκλα της κουζίνας μας.  Το αγριεμένο βλέμμα της μάνας μου μού έκοψε τη φόρα για περαιτέρω αστειάκια. "Λείπει κι αυτός ο αχαΐρευτος ο γιος μου, έχει πάει εκδρομή ο αναίσθητος".  Δεν θέλησα να ρωτήσω πως ακριβώς θα την προστάτευε ο αχαΐρευτος από τον μυστηριώδη επισκέπτη. "Βρε παιδάκι μου, τόσες γνωριμίες έχεις εκεί στη δουλειά. Δεν ρωτάς να μάθεις;". Απάντησα όπως θα έκανε κάθε λογικός άνθρωπος στη θέση μου. "Άσε μας ρε μάνα με την κάθε γρια παράξενη! Εδώ ο κόσμος καίγεται... Παραφρόνησε εκεί πέρα η γεροντοκόρη από την, τέλοσπάντων,  θυμήθηκε και η σαλεμένη η Ελίζα τα νιάτα της , και βγάλατε εσείς συμπέρασμα ότι κάτι παράξενο συμβαίνει!". Άδικο είχα; Γιατί έπρεπε να συμβαίνει κάτι μυστηριώδες; Όταν κάποιος είναι τόσο λοξός και μονόχνοτος σαν την Τέτα, κάποια στιγμή καταλήγει να παίζει σκάκι με την πάρτη του. Αν έχεις ζήσει μια ολόκληρη ζωή με τον Επαμεινώνδα τον συνταγματάρχη, όταν μένεις μόνη σου αναπολείς τα νιάτα σου, τα νυφικά σου, τα λικεράκια και τα κουλουράκια που τιμούσε δεόντως ο μακαρίτης. Η Βέρα με κοίταξε με οίκτο, σαν να ήμουν το πιο αξιολύπητο πλάσμα του κόσμου όλου. " 18,20,22... Ελπίζω μόνο να μην το μετανιώσεις" έφτυσε τις λέξεις μία μία, χαιρέτησε μ'ενα νεύμα τη μάνα μου και έφυγε σαν να την κυνηγούσαν.
Άφησα να περάσουν κάμποσες εβδομάδες. Όταν η ζωή επέστρεψε υποτυπωδώς σε φυσιολογικούς  ρυθμούς άρχισα να ψάχνω το παρελθόν της γειτονιάς μου. Δεν βρήκα τίποτα. Ρώτησα, διστακτικά, τον διευθυντή του αστυνομικού ρεπορτάζ. Ούτε για αστείο δεν αναφέρθηκα σε βιολέτες και λοιπές σαχλαμάρες. Είπα πως έγραφα ένα αφιέρωμα για την τοπική εφημερίδα. Δεν ξέρω αν με πίστεψε, αλλά μου τηλεφώνησε μετά από δυο μέρες και μου είπε ότι, αν εξαιρέσουμε έναν μικροαπατεώνα που προσπάθησε να ληστέψει ένα περίπτερο με νεροπίστολο, η γειτονιά μου δεν είχε τίποτα ύποπτο στο βιογραφικό της. Την ήξερα την ιστορία με το νεροπίστολο, μου την είχε πει ο ίδιος ο περιπτεράς καμιά εικοσαριά φορές όταν πήγαινα ακόμα στο λύκειο και κάθε Παρασκευή μάζευα τα ψιλά που μου είχαν περισσέψει από το χαρτζιλίκι για να αγοράσω ένα πακέτο Marlboro ελαφριά. Τηλεφώνησα ακόμα και σε έναν παλιό συμμαθητή, που η αδελφή του ήταν στην αστυνομία. Τζίφος. 
Ενημέρωσα τη μάνα μου και τη Βέρα, που μου κρατούσε ακόμα μούτρα, για τα αποτελέσματα της έρευνάς μου. "Μη μου αγχώνεσαι και μου κάνεις ρυτίδες κυρία Βέρα μου... Αν είχε συμβεί κάτι κακό, θα το είχαν γράψει οι εφημερίδες, θα το είχαν πει στην τηλεόραση. ". Έφεξε από χαρά το πρόσωπο της γειτόνισσάς μου, που καθόταν στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού της κουζίνας. Αν δεν το έχουν πει στην τηλεόραση, τότε δεν συνέβη. Για να επισφραγίσει τα ευχάριστα νέα καταβρόχθισε εν ριπή οφθαλμού δύο κομμάτια σπιτική σπανακόπιτα. 
 Η Τέτα επέστρεψε στο 18, παρέα με την ανιψιά της, και είχε ενημερώσει τους μικρούς μαθητές ότι ήταν διαθέσιμη για να συνεχίσουν τα δωρεάν ιδιαίτερα . Η Ελίζα τους τελευταίους δυο μήνες δεν είχε χάσει ούτε ένα Σαββατιάτικο ραντεβού στο κομμωτήριο.  Οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας ξεθώριασαν τη θύμηση των καλοκαιρινών περιπετειών τους. Η κυρα Βέρα συνέχιζε τα παράπονα για τον αχαΐρευτο τον γιο της και έσκαγε που κόντευε Οκτώβρης και δεν είχε καταφέρει ακόμα να μάθει αν η Τέτα έγραψε τελικά το παραθαλάσσιο οικόπεδο στην ανιψιά της. 
Κόντευε Οκτώβρης. Το βραδινό αεράκι έμπαινε από το ανοικτό παράθυρο του καθιστικού, κάνοντας τη λευκή κουρτίνα να φουσκώνει ελαφρά. Απολάμβανα την ησυχία του άδειου σπιτιού για ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο. Επιτέλους, λίγη ηρεμία!  Περασμένες εννιά σηκώθηκα να ξαναγεμίσω το ποτήρι μου με κόκκινο κρασί και να αλλάξω το cd που τελείωσε. Σκάλιζα κάμποση ώρα τα cd, με την πλάτη γυρισμένη στο παράθυρο. 
Όταν  ξύπνησα, είδα το ανήσυχο πρόσωπο της Βέρας κολλημένο στο δικό μου. Αναστέναξε ανακουφισμένη. Δεν ρώτησα πως μπήκε στο σπίτι, ξέρω πως εδώ και δεκαετίες της έχει δώσει η μάνα μου εφεδρικό κλειδί. Είναι η καλύτερή της φίλη και την εμπιστεύεται απόλυτα. Με φωνή που μάταια προσπαθούσε να κρατήσει σταθερή μου τα είπε όλα. Πρώτα πήρε τηλέφωνο, είπε, γιατί ήθελε να κοιμηθεί και εγώ είχα τέρμα τη μουσική. Μετά ήρθε και μου χτύπησε την πόρτα. Δεν άνοιξα και ανησύχησε. Άνοιξε με το κλειδί της. Με βρήκε να χορεύω πάνω στο τραπέζι, χωρίς να προσέχω μήπως σπάσω τα δύο ποτήρια με το κόκκινο κρασί, ένα γεμάτο κι ένα σχεδόν άδειο, και το τασάκι με τα αμέτρητα σβησμένα τσιγάρα. Έκλεισε τη μουσική, με κατέβασε από το τραπέζι και με έβαλε με το ζόρι να ξαπλώσω στον καναπέ. Πριν κοιμηθώ, της είπα ότι όντως είχε άδεια μάτια και μύριζε βιολέτες. Αλλά εγώ δεν θυμάμαι τίποτα από όλα αυτά. Αλήθεια λέω. 



ΥΓ: Φέτος είδα στα Jumbo ολόκληρο section με προϊόντα Halloween! Είναι επίσημο... 
Happy Halloween λοιπόν! :)