Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

Ωδή στη Black Orchid

 


 Ο Σταύρος Παράβας, σε μια σκηνή της  ταινίας "Το κοροϊδάκι της Πριγκηπέσσας" εξηγούσε στον κινηματογραφικό αδελφό του τα πλάνα του για ένα επερχόμενο πάρτυ. Είχε σκοπό να εντυπωσιάσει τα πλήθη και, πάνω απ΄ όλους και όλα, τη σνομπ - και κατά φαντασίαν, εδώ που τα λέμε- γαλαζοαίματη του τίτλου. 

"Μπουκάρω στο σπίτι, κάνουν όλοι ΑΑΑΑΑΑ!" έλεγε με καμάρι. 

Για τέτοιο τσαμπουκά μιλάμε.

'Ετσι δυναμικά και τσαμπουκαλεμένα μπήκε στη δική μου ζωή, πριν από καμια δεκαπενταετία,  η Black Orchid. Το πρώτο αρωματικό δημιούργημα του Tom Ford, για το δικό του brand, καθώς είχε ήδη δώσει  δείγματα γραφής.  Είχα αγαπήσει το υπέροχο Nu, που γεννήθηκε όταν ο Tom ήταν δημιουργικός διευθυντής του οίκου Yves Saint Laurent, αλλά η μαύρη ορχιδέα ήταν suis generis. 

Μία κατηγορία από μόνη της. 

Τη μύρισα πρώτη φορά σε δείγμα που φιλοξενούσε ένα αμερικάνικο περιοδικό, έκανα  "ΑΑΑΑΑΑ!", γιατί η πρώτη εικόνα που σχηματίστηκε μπροστά στα μάτια μου ήταν αυτή μιας μαυροντυμένης σειρήνας με μοιραίο ύφος και κατακόκκινα χείλη που τραβάει  όλα τα βλέμματα σαν μαγνήτης, και περίμενα υπομονετικά την άφιξή της στα ελληνικά καταστήματα. Από την πρώτη εισπνοή καταλαβαίνεις ότι αυτό το άρωμα ή το λατρεύεις ή το μισείς. Ή λατρεύεις να το μισείς. Δυνατό, πρωτότυπο, ζωώδες, περισσότερο βρώμικο παρά φρέσκο, μυρίζει τρούφα θυμίαμα σοκολάτα και σανδαλόξυλο, με μια τζούρα ζεστής ιδρωμένης σάρκας, και φυσικά ορχιδέα. Ένα μαγικό ελιξίριο που  ζαλίζει. 

Στην κυριολεξία. 

Όταν έφτασε τελικά στα χέρια μου, ο πρώτος γενναιόδωρος ψεκασμός με έφερε στα όρια της λιποθυμίας και μου χάρισε έναν δυνατό πονοκέφαλο. Πρώτη φορά  μύριζα  eau de parfum τόσο δυνατό, η αρωματισμένη σελίδα του περιοδικού δεν με είχε προετοιμάσει για την πραγματική ένταση του αρώματος. Από την αρχή φρόντισε να μου δείξει τον ιδιότροπο χαρακτήρα της, αλλά ήταν ήδη αργά. Εϊχα αποφασίσει ότι εγώ θα μύριζα  έτσι, πάση θυσία. Εγώ θα προσαρμοζόμουν στο άρωμα, όχι αυτό σε εμένα.  Η λύση που βρήκα, ένας ας πούμε συμβιβασμός, ήταν να ψεκάζω μία φορά τη φόδρα στα πανωφόρια μου, και αυτή η μία φορά ήταν αρκετή για να περνάω ολόκληρη τη μέρα μου μέσα στο ευωδιαστό συννεφάκι μου. Παρά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της, η μαύρη ορχιδέα είχε γίνει αφορμή για πολλά κοπλιμέντα και οφείλω να ομολογήσω ότι μαζί δημιουργήσαμε πολύ όμορφες αναμνήσεις. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν, περισσότερα από δέκα, το μαύρο μπουκαλάκι με τις χρυσές λεπτομέρειες βρισκόταν πάντα στη ζωή μου. Και όπως συχνά συμβαίνει στις μακροχρόνιες σχέσεις, κάποια στιγμή άρχισαν οι πρώτες γκρίνιες και οι προστριβές. Καταρχάς, όσο και να την αγαπούσα, δεν μπορούσα να παραβλέψω ότι η μυρωδιά κάθε νέας συσκευασίας ήταν πιο αδύναμη από την προηγούμενη. Στην αρχή αυτό το είδα σαν κάτι θετικό, αλλά έφτασε η στιγμή που η άλλοτε λαμπερή και απαστράπτουσα ορχιδέα μου ήταν η σκιά του εαυτού της, τόσο ώστε αν δεν είχε αγοραστεί από αξιόπιστο κατάστημα θα είχα αμφιβολίες για την αυθεντικότητα του εμπορεύματος. Για να μην γίνομαι άδικη, είναι γνωστό πως όσο περνάνε τα χρόνια όλο και  αυξάνονται οι περιορισμοί στις πρώτες ύλες της αρωματοποιίας, καθώς κάποιες χαρακτηρίζονται αλλεργιογόνες. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα διάφορα αρώματα να υπόκεινται αναγκαστικά σε reformulation. Δεν γνωρίζω αν κάτι τέτοιο συνέβη στην ορχιδέα, πάντως δίνω ένα benefit of the doubt, έτσι γιατί αισθάνομαι μεγαλόψυχη στην τοποθεσία "γραφείο μου". 

Πέραν τούτου, αφού πέρασε ο μήνας του μέλιτος και κάμποσα ευτυχισμένα χρόνια, δειλά δειλά κάτι - που δεν μπορούσα να προσδιορίσω- άρχισε να με ενοχλεί. Δεν ήταν οι νότες, τις λάτρευα και τις λατρεύω, ούτε η "βρωμιά" που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα αρώματα που μυρίζουν  σαν την πρώτη ημέρα της άνοιξης. Αντί να κάτσω να σκάσω, αποφάσισα να ακολουθήσω την εύκολη οδό: Άρχισα να ξενοκοιτάζω.  Το περίεργο είναι πως κάποιοι από τους καινούριους αρωματικούς μου έρωτες ήταν ακριβώς το αντίθετο από τη Black Orchid. Ανάλαφροι και αέρινοι, σαν το tutu μιας μπαλαρίνας, λουλουδένιοι, γεμάτοι φρεσκάδα και φως. Κι  ενώ ήμουν βέβαιη πως μόνο εγώ μπορούσα να μυρίσω αυτές τις τόσο ελαφριές συνθέσεις, πολύ συχνά άκουγα άκρως κολακευτικά σχόλια για τις αρωματικές επιλογές μου. Αυθόρμητα και ενθουσιώδη, όπως αυτό ενός οδηγού ταξί, ο οποίος σε ολόκληρη τη διαδρομή δεν σταμάτησε να επαναλαμβάνει "Τι όμορφα που μυρίζετε! Ωραία κολώνια φοράτε!". Δεν γνωρίζω αν η Mathilde Laurent θα χαιρόταν ακούγοντας να χαρακτηρίζουν ένα από τα οσφρητικά κοσμήματα που έχει δημιουργήσει απλά "κολώνια", αλλά τέτοιο ενθουσιασμό είχα να δω από τότε που κατακτήσαμε το Euro, πίσω στο ηρωικό 2004. 

Η σχέση μου με τη μαύρη ορχιδέα συνεχίστηκε, με πολλά σκαμπανεβάσματα, ώσπου σε κάποια βραδινή έξοδο αισθάνθηκα τόσο ξένη τη μυρωδιά της, σαν να κουβαλούσα μαζί μου έναν ακόμα άνθρωπο. Έναν άγνωστο άνθρωπο, που με υποχρέωνε να μυρίζω όπως ήθελε αυτός, και μόλις επέστρεψα στο σπίτι βιάστηκα να καταχωνιάσω τα ρούχα μου στο καλάθι με τα άπλυτα. 

Εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησα τί ήταν εν τέλει αυτό που με ενοχλούσε τόσο καιρό στην πάλαι ποτέ αγαπημένη μου: Το θράσος της. Η έλλειψη διακριτικότητας. Το γεγονός ότι ναι μεν τραβάει την προσοχή, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί κάνει πολύ θόρυβο. Την προσέχεις, γιατί απλά δεν σου αφήνει περιθώριο να μην την προσέξεις.

Η δύναμή της δεν είναι ήρεμη. Είναι ο Σβαρτσενέγκερ στον "Εξολοθρευτή". Η πολυτέλειά της δεν είναι ήσυχη. Δεν είναι η Audrey με το μικρό μαύρο φόρεμα του Givenchy, ούτε η Λετίσια της Ισπανίας υπέρκομψη ακόμα και όταν φοράει Mango ή H&M. Είναι οι Καρντάσιανς και οι λοιποί συγγενείς τους. Είναι ένα μοντέλο του ίνσταγκραμ που  τικάρει όλα τα κουτάκια, μαλλί, νύχι, πόζα,  και 27 διαφορετικά φίλτρα, και γι' αυτό είναι σέεεεκσυυυυ. 

Μετά από αυτή τη διαπίστωση, έπρεπε πια να ασχοληθώ σοβαρά με το μέλλον αυτής της σχέσης. Αγαπητή Black Orchid, ζήσαμε παρέα τόσα χρόνια, περάσαμε καλά, δε λέω, αλλά τα πράγματα έχουν αλλάξει από καιρό και πρέπει να πάρουμε τις αποφάσεις μας: Χωρίζουμε ή μένουμε μαζί για τα παιδιά;

Για να μην τα πολυλογώ, χωρίσαμε. 

Η μαύρη ορχιδέα έγινε μέλος της παρέας αυτών που μπήκαν στη ζωή μου με τσαμπουκά,  προκαλώντας επιφωνήματα θαυμασμού "ΑΑΑΑΑΑ!", μη σου πω και "ΩΩΩΩΩΩ!", αλλά στην πορεία κάπως, κάπου, χαθήκαμε στη μετάφραση, στράβωσε ο γυαλός ή απλά λοξοδρομήσαμε,  και  το ενθουσιώδες επιφώνημα έγινε "ΩΩΩΩΧΧΧΧ!" για να καταλήξει τελικά στο "ΟΞΩ ΡΕ!", με φωνή και στυλ Διονύση Παπαγιαννόπουλου, παραμένοντας πιστή στο κινηματογραφικό concept.

Το τελευταίο μαύρο μπουκαλάκι   στέκεται παροπλισμένο, μισογεμάτο ή μισοάδειο, ανάλογα με το βαρόμετρο της αισιοδοξίας, μέσα στον κρυστάλλινο δίσκο που φιλοξενεί τις αρωματικές μου αγάπες. Πότε πότε ανοίγω το καπάκι του, παίρνω μια βαθιά ανάσα και ταξινομώ όλα τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις που ξετρυπώνουν από τη φωλιά τους, σαν τα ξέφτια ενός μεγάλου έρωτα που -αγνωστο πως- κουβαλάνε μόνο τις καλές στιγμές και σε ξεγελάνε... Τόσο πολύ, και με τέτοια μαεστρία, που καταλήγεις να σπαζοκεφαλιάζεις και να αναρωτιέσαι "Γιατί;"

Γιατί κάποτε ταιριάζαμε. Τώρα όχι. Γι' αυτό.


Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2021

New normal (?)




 Το βράδυ πριν από την ανακοίνωση του πρώτου lockdown τράβηξα με το κινητό μία φωτογραφία το μανικιούρ μου. Πρωτότυπο, υπέρκομψο, υπέροχο, μαγνήτης αμέτρητων κοπλιμέντων και καμάρι της nail artist. Είχα κλείσει  ραντεβού για την επόμενη, για να το αφαιρέσω. Δεν είχαν περάσει  τρεις εβδομάδες από την τελευταία ανανέωση, όμως όσο κι αν προσπαθούσα να αγνοήσω τη φωνή της λογικής που ψιθύριζε - ή μάλλον ξεφώνιζε κρατώντας τηλεβόα - πως ίσως και να μην ήταν καλή ιδέα να περιμένω λίγες μέρες ακόμα, έκλεισα με ενθουσιασμό το μόνο διαθέσιμο ραντεβού (καταμεσήμερο, από ακύρωση όπως πληροφορήθηκα) και αρκέστηκα στην αναμνηστική φωτογραφία. Με  νύχια απαλλαγμένα από το παραμικρό ίχνος ακρυλικού, παρακολούθησα τις ανακοινώσεις για τα μέτρα προστασίας. 

Η συνέχεια γνωστή και οι επόμενες δύο εβδομάδες κρίσιμες. 

Δεν πρόκειται να υποστηρίξω ότι  οι μήνες του εγκλεισμού ήταν  ευκαιρία για ξεκούραση, παρόλο που - η πρώτη φάση τουλάχιστον - με βρήκε πιο κουρασμένη από ποτέ. Ούτε ευκαιρία για σπιτικά ζυμώματα και γυμναστική. Με μαμά  άξιο τέκνο του φούρναρη παππού και τη χρόνια λατρεία μου για το kickboxing, και τα δύο σπορ δεν μας απολείπουν. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, βέβαια, ποτέ άλλοτε δεν δοκίμασα τόσες πολλές διαφορετικές εκδοχές του χριστουγεννιάτικου panettone. Ούτε άδραξα την ευκαιρία για να τα βρω με τον εαυτό μου. Been there, done that.  Δεν πρόκειται, φυσικά, να υποστηρίξω ότι δεν φοβήθηκα. Έπλυνα τα χέρια μου (ακόμα πιο) σχολαστικά. Είδα πολλές ταινίες, αυτό μάλιστα, και πολύ θέατρο, και διάβασα βιβλία.  Παρακολούθησα -και παρακολουθώ-  όλες τις εξελίξεις, αλλά μου απαγόρευσα να στήνομαι μπροστά στην τηλεόραση κάθε απόγευμα για την ενημέρωση. Το έκανα κάμποσες μέρες στην αρχή και, δεν ξέρω, το αισθάνθηκα σαν μια μορφή άνευ λόγου αυτοκακοποίησης και αυτοτιμωρίας.  Είδα ένα ασθενοφόρο να σταματά στη διπλανή  πόρτα και το πλήρωμά του, με τις στολές που θυμίζουν αστροναύτες, να μεταφέρει μια παιδική φίλη και τον άντρα της στο νοσοκομείο. Ευτυχώς, γρήγορα  γύρισαν στο σπίτι τους. Δυστυχώς, ένας άλλος γείτονας, νεότατος, δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός. 

Αποδέχτηκα με κόπο ότι τελικά σε περιόδους κρίσης καθένας βγάζει στην επιφάνεια αυτό που έχει μέσα του σε περίσσευμα. Μεγάλη πίκρα αυτό, αλλά το προτιμώ από τα τσιτάτα που υποστηρίζουν ότι όλοι, μα όλοι πχια, βγαίνουμε καλύτεροι από κάτι τέτοιες καταστάσεις. Όχι, είδα συμπεριφορές που δεν δικαιολογούνται από καμία πανδημία, από κανέναν εγκλεισμό. Με υπερβολική δόση κατανόησης, ίσως να δικαιολογούνται σε κακομαθημένα τρίχρονα που δεν τους αγόρασαν τη Barbie που ήθελαν. "Καθένας το παλεύει όπως ξέρει και μπορεί" που λέει και το άσμα, αλλά όταν έχει μπει ολόκληρος πλανήτης σε pause, καθένας  μπορεί να χαμηλώσει ένα τσακ το volume του εγωκεντρισμού. Γνώμη μου. Κάποια στιγμή θα περάσει όλο αυτό, και τότε τι; What happens in Vegas, stays in Vegas? Sorry, την ίδια πανοπλία θα φοράμε και τότε, δεν έχουμε δεύτερη, και αφού μια ζωή την έχουμε γιατί να μην τη γλεντήσουμε με αυτούς που πραγματικά νοιάζονται; Ρητορική η ερώτησις. Όχι πως χρειαζόταν να το διευκρινίσω δηλαδή. 

Γενικά μιλώντας, προσπάθησα να παραμείνω zen. Αυτό ήταν, και είναι, το mood. Κάτι καταφέρνω, αν και οι προκλήσεις δεν λείπουν. Παραδείγματος χάριν, έκλεισα τα 40 εν μέσω αυστηρού lockdown. Κυρ Στέφανε! Πιάσε μια μετακίνηση 6 να το γιορτάσουμε. Ναι, ναι... Τον γύρο του τετραγώνου θα κάνουμε! 

Μετά από ένα χρόνο -και βάλε- που καίγαμε εγκεφαλικά κύτταρα μπροστά σε οθόνες και καιγόμασταν να μάθουμε πότε επιτέλους θα βγει από την εξίσωση της ζωής μας ο ιός, κάηκε και η χώρα. Στην κυριολεξία αυτή τη φορά. Για λίγο μπήκαν στην άκρη οι ανακοινώσεις για τεστ, κρούσματα και νεκρούς, και όπου έπεφτε το βλέμμα συναντούσε φλόγες. Μέρα και νύχτα, εικοσιτετράωρα ολόκληρα, θαρραλέοι (;) ρεπόρτερ πλησίαζαν υπερβολικά κοντά στις εστίες της φωτιάς, λες και έκαναν διαγωνισμό, ποιος είναι ο πιο ατρόμητος και ποιος θα κάνει τις πιο ενοχλητικές ερωτήσεις (για όνομα του Θεού, ερωτήσεις!) στους πυροσβέστες και στους εθελοντές που πάλευαν να σώσουν ό,τι μπορούσαν.  Θα μου πεις και ο Hemingway έστελνε τις ανταποκρίσεις του από το μέτωπο, αλλά βρε παιδί μου έβαζε κι ένα χεράκι. Βοηθούσε. Δεν μπλεκόταν στα πόδια των ανθρώπων, με το μικρόφωνο στο χέρι...

Έπαθα σοκ και έμεινα να κοιτάω την οθόνη της τηλεόρασης σαν υπνωτισμένη, ενώ η καρδιά μου κόντευε να σπάσει, όταν η φωτιά -σε απευθείας μετάδοση- έμπαινε στον αγαπημένο μου καλοκαιρινό προορισμό, εκεί που έχω περάσει περισσότερα από τα μισά καλοκαίρια της ζωής μου.  Στο χωριό μου, όπως αποκαλώ τον μικρό καταπράσινο παράδεισο της Βόρειας Εύβοιας. Έβλεπα τις φλόγες και  σκεφτόμουν ότι παραδίπλα ήταν το κτίριο που στέγαζε τον θερινό κινηματογράφο. Κάθε μέρα έβγαινε στους δρόμους το αυτοκίνητο που ενημέρωνε για την ταινία που θα παιζόταν το βράδυ. Πόσο είχα γελάσει όταν, το σωτήριο έτος 1998, άκουσα τη γνώριμη φωνή να μας ενημερώνει ότι το βράδυ δεν έπρεπε να χάσουμε ΤΟ αριστούργημα ... Τον "Τετανικοοοοοοοο"! Θα μπορούσε να γυριστεί και sequel, σοβαρά τώρα, δεν έδινε φοβερή πάσα για τον "Αντιτετανικό"; Φθηνά τη γλίτωσε το χωριουδάκι μου, αλλά πόση ανακούφιση μπορείς να νιώσεις, αν αναλογιστείς την καταστροφή; 

Είχε γράψει κάποτε ο Γιάννης Μαρής δύο βιβλία με τίτλους που θα ταίριαζαν γάντι στο φετινό καλοκαίρι: "Το καλοκαίρι του φόβου" το ένα, "Επικίνδυνο καλοκαίρι" το άλλο. Απ' όλα είχε ο μπαξές. Σε μια ένδειξη καλής θέλησης, το αποχαιρέτησα στα καθίσματα ενός άλλου θερινού σινεμά.  Μασουλώντας ποπ κορν, σαχλαμαρίζοντας, γελώντας, κοιτώντας με μισό μάτι την κυρία που έφτασε τελευταία και καταϊδρωμένη και μετέφερε την καρέκλα της στο κέντρο του διαδρόμου, γιατί "Δεν πειράζει, εεεε; Στη γωνία δεν βλέπω" και με τη φευγαλέα σκέψη, κάποια στιγμή που το άρωμα του γιασεμιού συνάντησε τις υπέροχες μουσικές του Zbigniew Preisner, ότι  και το new normal έχει ψυχή. 

Κι ας φλερτάρει καθημερινά με το να βγάλει τη δική μας...

Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

Εγώ αποστέλνω, εσύ αποστέλνεις...






Άνοιξα πριν λίγο καιρό ένα e-mail επαγγελματικό και η αποστολέας έγραφε με στόμφο "Αγαπητή Κυρία Τάδε σας αποστέλνω κλπ κλπ". Άνοιξα και ένα ακόμα από την ίδια αποστολέα. "Αγαπητή Κυρία Τάδε σας αποστέλνω κλπ κλπ". Ούτε αποστέλλω, ούτε στέλνω. Πάλι καλά που δεν προχώρησε σε αποστολή του επικού "ξαποστέλνω". Δεν ήταν η ατυχής επιλογή ρήματος, ούτε κάποια σκόρπια ορθογραφικά λαθάκια, ήταν το επίσημο ύφος που είχε ποτίσει κάθε μία λέξη και κάθε σημείο στίξης που μου έκανε τη ζημιά. Σαν να είχε φορέσει τα καλά της για να τιμήσει την παραλήπτρια του μηνύματός της και εγώ αντί να το εκτιμήσω έμενα με το βλέμμα γεμάτο αποδοκιμασία καρφωμένο  σε έναν πόντο που έφυγε από το καλσόν της. Είμαι από αυτές που φροντίζουν πάντα να έχει γραμμούλα το t και τελίτσα το i. Στο messenger αν γράψω μία λέξη λάθος στέλνω μήνυμα με  αστεράκι και το λάθος διορθωμένο. Αν έχω αμφιβολία για την κλίση ενός ρήματος το ψάχνω στο ίντερνετ.  Στο δρόμο  για το σπίτι  ονειροπολούσα, όπως ονειροπολεί κανείς ότι κέρδισε το τζακ ποτ στο τζόκερ και ξοδεύει τα ολοκαίνουργιά  του εκατομμύρια σε ταξίδια, γρήγορα αυτοκίνητα και φιάλες σαμπάνιας των τριάντα λίτρων. Μόνο που σκεφτόμουν ότι έστελνα μηνύματα γεμάτα λάθη, γραμματικά και συντακτικά και σε λάθος παραλήπτες και με το "παρακαλώ βρείτε συνημμένο" γραμμένο αλλά το συνημμένο να λείπει. Κι ενώ τα έβλεπα να αναβοσβήνουν στην οθόνη μου σαν νέον επιγραφές, πατούσα "αποστολή" και μετά σήκωνα τους ώμους αδιάφορα και ανακοίνωνα σε ένα αόρατο κοινό "Σιγά... δεν πέθανε κανείς!" ¯\_(ツ)_/¯

02.04.2018

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Δια ασήμαντον αφορμήν...


                            


Προχθές το βράδυ, περιμένοντας να ξεκινήσει μια συναυλία, με πλησιάζει ένας άγνωστος και με πλατύ, εγκάρδιο χαμόγελο  με  ρωτάει "Η ... δεν είσαι;". Είμαι η ... , γεγονός, αλλά εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω από που κι ως που τέτοιος ενθουσιασμός, τέτοια οικειότητα, από που ξέρει το όνομά μου ενώ εγώ δεν θυμάμαι να έχουμε συναντηθεί κάπου και δεν ξεχνάω εύκολα πρόσωπα - και, μεταξύ μας, ειδικά  πρόσωπα σαν του μυστηριώδους κυρίου δεν τα ξεχνάω ποτέ. "Είμαι ο ..." με πληροφορεί, και μου παίρνει κάμποσα δευτερόλεπτα μέχρι να  συνειδητοποιήσω ότι πρόκειται για έναν συμμαθητή μου και όχι κανέναν τυχαίο: ήμασταν στο ίδιο τμήμα από την πρώτη δημοτικού μέχρι και την τρίτη λυκείου και συνήθως καθόταν στο πίσω θρανίο, απίστευτα αλλαγμένος όμως καθώς η σημερινή του εικόνα δε θυμίζει σε τίποτα το αδυνατούλι σαμιαμίδι, πανταχού παρόν σε όλες τις φωτογραφίες από τα παιδικά πάρτι και την πενταήμερη. "Πηγαίναμε μαζί σχολείο" σπεύδει να συμπληρώσει, αν και δεν χρειάζεται, αλλά εκτιμώ πραγματικά το γεγονός ότι διαλύει το σύννεφο της αμήχανης σιωπής πριν ακόμα προλάβει να σχηματιστεί και με δικαιολογεί  κιόλας που δεν τον γνώρισα, με ένα ακόμα ζεστό χαμόγελο, αφού απλά "Μεγαλώσαμε λίγο!". 
Μου κάνει  εντύπωση ότι πάντα με αναγνωρίζουν άνθρωποι που έχουν να με δουν πολλά χρόνια. Πριν δυο - τρία χρόνια με χαιρέτισε στον δρόμο μια ηλικιωμένη κυρία... η δασκάλα μου στην τρίτη δημοτικού. Και μου κάνει ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση ότι, εκτός από τη φάτσα μου, τίποτα άλλο δεν έχει μείνει  ίδιο. Να εξηγηθώ, δεν περνάω πρόωρη κρίση μέσης ηλικίας, απλά κάθε φορά που  συγκρίνω παρόν και παρελθόν καταλήγω  στο συμπέρασμα ότι μέχρι κάποια ηλικία ο χρόνος μοιάζει να περνάει με διαφορετική ταχύτητα, σαφώς  χαμηλότερη. Πριν είκοσι χρόνια, για παράδειγμα, πήγαινα σχολείο. Και αγγλικά. Και γερμανικά. Και πιάνο. Και θεωρητικά και αρμονία.  Και ήμουν και στη θεατρική ομάδα του σχολείου. Και για κάποιους μήνες το χρόνο έκανα έξτρα πρόβες, γιατί το φροντιστήριο ξένων γλωσσών διοργάνωνε κάθε χρόνο μία τέλεια γιορτή κοντά στα Χριστούγεννα και όπως δεν λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή, έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνεται τζέρτζελο καλλιτεχνικό και να λείπω εγώ. Έτρεχα, λοιπόν, όλη μέρα, λες και είχα καταπιεί το αρκουδάκι ντούρασελ και, επιπροσθέτως, στον ελεύθερο χρόνο μου (!) διάβαζα βιβλία, περιοδικά -"the face" και βρετανική "vogue"-  άκουγα μουσική και σχεδίαζα μανιωδώς τις κολεξιόν μου: και pret a porter, και haute couture, και ό,τι μπορείς να φανταστείς, ολόκληρα lookbooks, γιατί ήμουν βέβαιη ότι στο μέλλον ήταν γραφτό να γίνω διάσημη (εννοείται!) σχεδιάστρια μόδας #μεγάλοψώνιολέμε. Η αποθέωση  της φιλοδοξίας μου ήταν ότι δίπλα στα σκίτσα μου έβαζα και τιμές! Πανάκριβες, απλησίαστες, τσουχτερές τιμές! Και χωρούσαν όλα μέσα σε 24 ώρες. Τώρα, μου φαίνεται ότι η τελευταία δεκαετία έχει περάσει σε fast forward και το πρωί που ξυπνάω και σηκώνομαι από το κρεβάτι μου θεωρώ ότι αυτό από μόνο του είναι ένα αξιοσημείωτο γεγονός, που αξίζει πατ - πατ στην πλάτη, αναμνηστική πλακέτα, το χρυσό κλειδί της πόλης  και την μπάντα του δήμου να παιανίζει για το κατόρθωμά μου. Κι ενώ αναλώνομαι σε εσωτερικούς μονολόγους για την ταχύτητα του χρόνου, μάλλον ο παλιός μου συμμαθητής, πρακτικό πνεύμα, έχει αντιληφθεί καλύτερα από εμένα τί συμβαίνει: ούτε ο γιαλός είναι στραβός, ούτε στραβά τον αρμενίζουμε. Απλά, απλούστατα, μεγαλώσαμε λίγο.
Μετά από έναν ζόρικο -για πολλούς και διάφορους λόγους- χειμώνα, κάπου εκεί στον Ιούνιο ο χρόνος έμοιαζε να έχει πατήσει για λίγο το pause, όσο χρειαζόταν για ένα υποτυπωδώς ξεκούραστο και ξέγνοιαστο καλοκαίρι, αλλά φευ! Χρειάστηκε ένα έκτακτο μεταμεσονύκτιο δελτίο ειδήσεων, θυμάμαι έβλεπα στο σταρ ΄ενα χιτσκοκικό ριμέικ με την Γκουίνεθ Πάλτροου και τον Μάικλ Ντάγκλας , και ο χρόνος ξανάρχισε να τρέχει. Χρειάστηκαν όχι μέρες, ώρες, για να χωρέσουν όλοι οι μπλε πράσινοι κόκκινοι εμπριμέ και κάθε ενδιάμεση απόχρωση,   που μέχρι τότε τσακώνονταν σαν τα κοκόρια, σε δύο μόνο στρατόπεδα, να χωριστούν σε ΝΑΙ-δες και σε ΟΧΙ-δες.
Όταν ο Luke Skywalker προσγειώνεται στον πλανήτη Dagobah προκειμένου να συναντήσει τον πάνσοφο  Master Jedi Yoda,   το μόνο που βρίσκει είναι ένα αλλοπρόσαλο πράσινο πλάσμα, που κάνει ό,τι μπορεί για να του σπάσει τα νεύρα. Μέχρι που του κάνει και το τραπέζι, ανακοινώνοντας με ενθουσιασμό "Good food! Good food!" και ταΐζει τον έρμο τον Luke κάτι που δεν φαίνεται καθόλου good. Εδώ που τα λέμε, είναι να αμφιβάλλεις ακόμα και για το αν είναι όντως food. Τι σχέση έχουν τα Star wars με το δημοψήφισμα θα μου πεις. Λοιπόν, το πράσινο πλάσμα ήταν τελικά ο  Master Yoda αυτοπροσώπως και ήθελε να παρατηρήσει τις αντιδράσεις του Luke, τον θυμό του, την ανυπομονησία του, τη σκοτεινή πλευρά που ξεπρόβαλε κάτω από τις συνθήκες πίεσης. Γιατί, αν θέλεις να είσαι σωστός Jedi, οφείλεις να συγκρατείς τον θυμό σου και να τιθασεύεις ό,τι σου κληροδότησε ο μπαμπάς Darth Vader, ακόμα και όταν ένα πράσινο τερατάκι σου κάνει καψόνια. Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται - έτσι δε λένε;- και ο ψύχραιμος άνθρωπος όταν τα πάντα γύρω του θυμίζουν πίνακα του Dali. Ή ταινία του David Lynch. Διαλέγεις και παίρνεις.
 Και τι δεν άκουσαν τα δόλια τα αυτιά μου, και από τις δύο πλευρές,  εκείνες τις μέρες.  Δεν ξέρω αν είμαι εγώ η παράξενη, αλλά μου φαίνεται εξίσου άθλιο το επιχείρημα  ότι οι πτωχοί στήριξαν το όχι από τη ζήλια τους που δεν έχουν ακριβό σμαρτφόουν και τα τοιαύτα (και δεν το είπε η Μαντάμ Σουσού στον Παναγιωτάκη, αλλά πραγματικός άνθρωπος, στην πραγματική ζωή) με τον χλευασμό απέναντι σε τρομαγμένους υπερήλικες που ανησυχούσαν αν θα πάρουν τη σύνταξή τους και που, τι να κάνουμε, δεν είχε τύχει να χρησιμοποιήσουν χρεωστική κάρτα μέχρι τώρα (το γεγονός ότι δεν έχουν όλοι παιδιά και εγγόνια που ενδιαφέρονται να εξηγήσουν/καθησυχάσουν/εκπαιδεύσουν το προσπερνάμε).  Άκουσα μια γειτόνισσά μου να λέει ότι μάλλον θα ψηφίσει ... γιατί το είπε ο τάδε επώνυμος. Γιατί, εννοείται, αν δεν σου πει ο celebrity, που δεν γνωρίζει καν την ύπαρξή σου,  τι να ψηφίσεις, πως να αποφασίσεις με ένα μυαλό χειμώνα - καλοκαίρι; Άκουσα μια μεσήλικη κυρία να δηλώνει, χωρίς δισταγμό, πως δεν την ενδιαφέρει αν θα αυξηθούν τα ποσοστά της ανεργίας στους νέους, αρκεί να έχουμε για νόμισμα το ευρώ. Κι ακόμα, άκουσα εκατομμύρια φορές (και το ακούω ακόμα) ότι κάποιοι ανησυχούν μήπως μας διώξουν από την Ευρώπη (sic). Άλλοι πάλι δεν ανησυχούν και λένε ότι δεν θα φύγουμε από την Ευρώπη (ξανά μανά sic). Κι εγώ μετά φαντάζομαι Προέδρους και Πρωθυπουργούς σε μια Σύνοδο Κορυφής, σκυμμένους πάνω από έναν χάρτη της Ευρώπης από κόντρα πλακέ, να κρατάνε πριονάκια ξυλοκοπτικής και, γρούτσου-γρούτσου, να  κόβουν τη χώρα μας από τον χάρτη, να την τοποθετούν σε ένα πορτ - μπεμπέ μαζί με μια αλλαξιά ρούχα και ένα σημείωμα "τη λένε Ελλάδα, τρώει όλο το φαϊ της, ψάχνει σπίτι" και να την αφήνουν στα σκαλοπάτια κάποιας άλλης ηπείρου, της Αμερικής ή της Ωκεανίας ξέρωγω, για υιοθεσία. (Ναι, το ξέρω ότι εννοούν την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, αλλά να μιλάμε και να βγαίνει νόημα ρε φίλε...).
Τώρα, ακόμα μια φορά βρισκόμαστε στα ίδια, σε προεκλογική τροχιά. Μπαίνω στον πειρασμό να αρχίσω να σχολιάζω το νεοαποκτηθέν απολιτίκ στιλάκι κάποιων, που κάποτε έτρεχαν κραδαίνοντας κομματικά σημαιάκια, λες και ήταν τα εργαλεία που θα τους έσκαβαν τον δρόμο  για τη γη της επαγγελίας ή τις φωνές που ουρλιάζουν για να κρύψουν ότι -επί της ουσίας- δεν έχουν να πουν τίποτα απολύτως, και άλλα πολλά, αλλά απλά δεν αξίζει τον κόπο. Αυτό το κίτρινο παραθυράκι της φωτογραφίας έχει ανοίξει και άλλες φορές στο παρελθόν εδώ μέσα και έχει όμορφη θέα, που ήθελα να την ξαναδώ. Δεν ξέρω αν οφείλεται στη συνάντηση με τον παλιό συμμαθητή μου που με γύρισε πολλά χρόνια πίσω  ή  σε όμορφα μηνύματα που διάβασα έστω και με καθυστέρηση μηνών (παρεμπιπτόντως, Νίκο σ' ευχαριστώ!) αφού το διαδικτυακό σπιτάκι μου ήταν ερμητικά κλειστό ή στο γεγονός ότι πρέπει επιτέλους να πάρω κάποιες σημαντικές αποφάσεις και θέλω έμπνευση ή αν απλά έτυχε. Όπως και να' χει, το παράθυρο άνοιξε.

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Χορεύουμε;




Η προηγούμενη χρονιά κύλησε άκρως δημιουργικά (τέσσερις ολόκληρες αναρτήσεις, που τη βρήκα τόση έμπνευση, τς τς τς...) γι'αυτό αποφάσισα να επεκτείνω τις καλλιτεχνικές μου δραστηριότητες και σε άλλους τομείς. Για αρχή, ακολούθησα τα βήματα της Μούσας Τερψιχόρης και ξεκίνησα μαθήματα χορού. Λάτιν και Ευρωπαϊκούς. Ομολογώ πως αρχικά ήμουν αρκετά διστακτική, καθώς η τελευταία μου επαφή με το σπορ ήταν πριν από τρία χρόνια, όταν πέρασα κάμποσα δίωρα εξασκούμενη σε ρυθμούς οριεντάλ. Η δασκάλα με διαβεβαίωνε πως "το έχω", εγώ πολύ αμφέβαλλα, πάντως - για να μην τα πολυλογώ -  κατά τη διάρκεια της σύντομης θητείας μου ως μαθητευόμενη bellydancer έμαθα κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες κινήσεις, η μέση μου σταμάτησε να κάνει κρακ-κρακ-κρακ (γεράματα, τι να πεις) απέκτησα τους πιο επίπεδους κοιλιακούς που είχα ποτέ και μου έμεινε σουβενίρ και το ροζουλί μαντήλι με τα φλουριά που έδενα στους γοφούς και βοηθούσε στο κράτημα του ρυθμού με τον κουδουνιστό του ήχο.
Η απόφασή μου έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. 
Χαρακτηριστική αντίδραση α : " Μπράβο Dorothy! Μπορεί, επιτέλους, να μάθεις να περπατάς ίσια!"
Ειλικρινά τώρα, δεν καταλαβαίνω από που προέκυψε αυτό. Το περπάτημά μου δεν έχει ανάγκη από κανενός είδους "ίσιωμα". Αντιθέτως, θα έλεγα ότι θυμίζει σε μεγάλο βαθμό την αείμνηστη εθνική μας σταρ. Όταν πρωταγωνιστούσε στο "Δόλωμα". Πριν της τοποθετήσουν τα βιβλία στο κεφ... Οκ, νομίζω πως κατάλαβα!
Χαρακτηριστική αντίδραση β : "Δηλαδή, Dorothy, τώρα όταν παντρευτείς θα ξέρεις να χορέψεις μια ρούμπα! Ο γαμπρός, βέβαια, μπορεί να χρειαστεί μερικά μαθήματα." (σ.σ: η τελευταία πρόταση  με ύφος έντονα προβληματισμένο).
Ποιός γάμος; Ποιός γαμπρός; Ποιά ρούμπα; Μα ρούμπα; ΡΟΥΜΠΑ;
Αφού ξεπέρασα τον σκόπελο του "τι-φοράνε-τώρα-σε-μάθημα-λάτιν" ( δεδομένου ότι η γκαρνταρόμπα μου δεν διαθέτει τίποτα που να μπορεί να σταθεί αξιοπρεπώς στο καρναβάλι του Ρίο ή -έστω!- στο Dancing with the stars), καταφθάνω περιχαρής στο πρώτο μάθημα.  
Κάθε αρχή και δύσκολη δε λένε; Ε λοιπόν,  κάθε αρχή ακόμα πιο δύσκολη, όταν το τμήμα αποτελείται στη συντριπτική πλειοψηφία από μεγαλοκοπέλες που αποφάσισαν στα πρώτα και (κυρίως) στα δεύτερα -άντα (κάποιες και στα -ήντα τολμώ να πω) να γίνουν Τζέννιφερ Λόπεζ στο "Χορεύετε;". Από το ζέσταμα κιόλας ακούγονται τα αχ και τα βαχ, ακόμα και  ένα άνετο " Δεν πιστεύω να πειράζει στη δισκοπάθεια αυτή η κίνηση, ε;". Ε; 
"Σηκώνουμε το ένα πόδι" δείχνει η δασκάλα πως, και το μισό τμήμα ψάχνει να βρει τοίχο να πιαστεί γιατί η ισορροπία μάνα μου δεν είναι και το φόρτε μας. Νιώθω υπερήφανη διότι, αν εξαιρέσεις ένα ελαφρύ μπαλαντζάρισμα, στάθηκα στο ύψος μου. Νομίζω ότι οφείλεται στο τάι τσι.
 Σε κάθε τμήμα, βέβαια, υπάρχει και το σπασικλάκι, εν προκειμένω μία τύπισσα που έχει ξανακάνει -έτσι υποστηρίζει- χορό και στέκεται πάντα δίπλα στη δασκάλα για να βλέπουμε οι υπόλοιπες που είμαστε αρχάριες. Θα ήταν χρήσιμη η βοήθειά της, αν ήταν ικανή βέβαια να χορέψει δυο συνεχόμενα βήματα χωρίς να μπερδέψει τα πόδια της.
Οι  χοροί που μαθαίνουμε είναι πολύ ωραίοι! Με έχει ξετρελάνει το αργεντίνικο τάνγκο, έχω μάθει και φιγούρες και εξασκούμαι χορεύοντας Libertango και τα άπαντα των Gotan Project. Μια ανησυχία την έχω, όμως, για τη συμμαθήτρια που όποτε χορεύουμε τάνγκο περιγράφει πως θα ήθελε τον ιδανικό καβαλιέρο. Εν συντομία, φτυστός ο Τζορτζ ο Κλούνης, με ολίγη από Ρίτσαρντ Γκιρ και ένα κουταλάκι του γλυκού -κοφτό- από Μάικλ Φασμπέντερ. Στοιχηματίζω πως, την ώρα που χορεύουμε ρούμπα, αυτή ονειρεύεται μπομπονιέρες και νυφικά.
Το μοναδικό ψεγάδι που έχω εντοπίσει στο χορευτικό μου ταλέντο είναι  μία απειροελάχιστη δυσκολία στις στροφές: μου βγαίνουν λίγο μονοκόμματες και θυμίζουν περισσότερο  χασάπικο (στην καλύτερη) και  τσάμικο (στη χειρότερη). Εν ολίγοις, θα ήμουν τεχνικά άρτια αν το μάθημα γινόταν στην ύπαιθρο, δίπλα σε οβελίες, κοκορέτσια και κοντοσούβλια, με μουσική υπόκρουση τα "σαράντα παλικάρια". Σε αίθουσα χορού, με το παρκέ της και με τους καθρέφτες της, όχι και τόσο...  Δυστυχώς στροφή κάνουμε σε όλους τους χορούς.Και στο τάνγκο ( και αργεντίνικο και ευρωπαϊκό, ποικιλία να υπάρχει) στη ρούμπα (ναι, έμαθα και ρούμπα!) και στο τσάτσα και στο φοξ τροτ, πανταχού παρούσα η ρουφιάνα! "Τι κάνω λάθος;" κλαψουρίζω και η διπλανή μου με διαβεβαιώνει με αυτάρεσκο υφάκι πως δεν είναι κάτι δύσκολο. "Να κοίτα!" μου λέει, και φέρνει μια λεβέντικη στροφή που όμοιά της δεν έχω ματαδεί, ούτε σε παράσταση της "Δόρας Στράτου". 
Το καλύτερο, όμως, είναι πως ακόμα και το σύμπαν φρόντισε να με διαβεβαιώσει πως -παρά τις προβληματικές στροφές -  το νέο μου ξεκίνημα είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση: Μετά από μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας, καθόμαστε για καφέ. Λίγα λεπτά αργότερα, στο διπλάνό τραπέζι κάθεται ο... Αλέξης Κωστάλας! Ο κριτής από το Dancing!  Η "φωνή", με σάρκα και οστά!
Ενθαρρυντικό, n'est-ce pas?

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Γιαγιά, να ένα πλεόνασμα!

- Η γειτόνισσα πήρε μέρισμα! -Τιιιιιιιιιιιιιιιι;


Μου αρέσει πολύ μια παροιμία που λέει "μην τάξεις του Άγιου κερί και του παιδιού κουλούρι". Με λιγότερες από δέκα λέξεις, σε προτρέπει  να παραμένεις φειδωλός και συνεπής στις υποσχέσεις σου. Κατά τη γνώμη μου, όμως, η λαϊκή σοφία χρειάζεται μία μικρή αναβάθμιση, μία μικρή προσθήκη: μην τάξεις κερί στον Άγιο, κουλούρι στο παιδί και μέρισμα από το πλεόνασμα στη γιαγιά Dorothy.
Καταρχήν, οφείλω να το παραδεχτώ: Ακούγοντας και διαβάζοντας όλες τις ειδήσεις που αφορούσαν τη διανομή του περιβόητου πλεονάσματος, μπορούσε κανείς να καταλήξει ασφαλώς στο συμπέρασμα ότι δεν θα έμενε πολίτης που δεν θα έπαιρνε το κατιτίς του. Και οι συνταξιούχοι, και οι άνεργοι, και οι έτσι, και οι αλλιώς... Και μπορεί οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος αφενός μεν να κατανοεί πως δε γίνεται να μην υπάρχουν κάποια κριτήρια για τη διανομή (δίκαια ή άδικα, δεν εξετάζουμε αυτό τώρα) αφετέρου δε να περνάει οτιδήποτε ακούει και βλέπει στα μέσα ενημέρωσης από διπλό και τριπλό φίλτρο και να κρατάει μικρό καλάθι όπου ακούει πολλά ευρώπουλα, εδώ όμως δεν μιλάμε για οποιονδήποτε άνθρωπο. Μιλάμε για τη γιαγιά Dorothy. Όχι, γράψε λάθος! Μιλάμε για τη γιαγιά Dorothy και τις φιλενάδες της. Γιαγιά (και φιλενάδες) δεν μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στην ίδια πρόταση με τη λέξη "λογική". Οξύμωρο λέγεται το συγκεκριμένο σχήμα λόγου και το μάθαμε στο Δημοτικό.
Η μητέρα της γιαγιάς, η προγιαγιά μου δηλαδή, ήταν μια δυναμική γυναίκα, που - παρά τις αμέτρητες δυσκολίες που αντιμετώπισε στη, μυθιστορηματική σχεδόν, ζωή της - τη θυμάμαι πάντα αεικίνητη, γεμάτη ζωή (και οι μνήμες μου από αυτή είναι από τα ογδονταπέντε της και μετά). Είναι άξιο αναφοράς  ότι στην όγδοη δεκαετία της ζωής της έκανε υπερατλαντικά (!) ταξίδια με αεροπλάνο και τα καλοκαίρια ανέβαινε για πλάκα καμιά πενηνταριά σκαλοπάτια προκειμένου να πιει το παγωμένο φραπεδάκι της στη σκιά της κληματαριάς στην ταράτσα.  Απαίτησε, δε, από τη γιαγιά μου να της κάνει αποτρίχωση  όταν το  δισέγγονο με το όνομα Dorothy  δήλωσε πως δεν ήθελε να τη φιλάει η προγιαγιά στο μάγουλο γιατί είχε... μουστάκι (εντάξει, ναι μεν ήμουν κωλόπαιδο αλλά της αναβάθμισα το λουκ, να τα λέμε αυτά!). Έφυγε πλήρης ημερών, "όρθια" και - το σημαντικότερο- έχουσα σώας τας φρένας.
Πάμε τώρα στη γιαγιά Dorothy. Θα περίμενε κανείς ότι κάτι από αυτό το αξιοθαύμαστο dna της προγιαγιάς θα περνούσαν και στα παιδιά της. Λυπάμαι, δεν...  Κάτι συνέβη στη διαδρομή και χάλασε η συνταγή. Ακριβώς το αντίθετο. Όχι υπερατλαντικό ταξίδι, ούτε μέχρι το περίπτερο δεν ξεκουνιέται να πάει. Αντιθέτως, κάνει ό,τι μπορεί για να κάψει τα εναπομείναντα εγκεφαλικά κύτταρά της, βιδωμένη ολημερίς μπροστά στην τηλεόραση και καταπίνοντας αμάσητο ό,τι της σερβίρουν. Αν προσθέσουμε, δε, εν πρώτοις τη φυσική φθορά - ου γαρ κλπ κλπ - εν δευτέροις κάποια θεματάκια υγείας για τα οποία χτυπιέται ο άμοιρος ο γιατρός πως αν συνεχίσει να μην προσέχει θα πάθει βλάβες σοβαρές ο εγκέφαλος σου λέει (editor's note: πολύ αργά ντόκτορ, πολύ αργά!), το αποτέλεσμα ακροβατεί ανάμεσα στο διασκεδαστικό και χαριτωμένο, αν είσαι έξω από τον χορό, βεβαίως, και στο "Αβάδιστα. Ζητείται τοίχος εξαιρετικής ποιότητος για να χτυπήσω το κεφάλι μου, μόνο σοβαρές προτάσεις, ευχαριστώ" αν είσαι πρίμα μπαλαρίνα.
Όταν, λοιπόν, άρχισαν οι ανακοινώσεις για το κοινωνικό μέρισμα, η γιαγιάκα μου το έδεσε κόμπο (και τι κόμπο... ναυτικό, από αυτούς που δε λύνονται με τίποτα) πως το μέρισμα της ανήκει. Παρέα με την κολλητή της, ίδιας ηλικίας και πνευματικής διαύγειας, έκαναν σχέδια, πως θα αξιοποιούσαν το μέρισμα, στα διαλείμματα από τα τούρκικα και τα "κλεμμένα όνειρα". Δύο οικόπεδα θα αγόραζε η μία, μία μεζονέτα η άλλη. Διακοπές στις Μπαχάμες η μία, λουτρά στην Αιδηψό η άλλη. "Να γίνω συνδρομήτρια στο Forbes;" αναρωτήθηκε η γιαγιά Dorothy. "Να προτιμήσεις το Fortune" τη συμβούλεψε η κολλητή. Εντάξει, τα παραλέω, όμως πραγματικά, αν τις άκουγε κανείς να μιλάνε για τα  500 ευρώ που θα έπαιρναν, άνετα πίστευε πως τους έλαχε καμιά βαρβάτη κληρονομιά από ξεχασμένο θείο στην Αυστραλία. "Μάλλον δεν το δικαιούσαι", ενημερώναμε τη γιαγιά, όπως οφείλαμε,  με αβάσταχτο πόνο ψυχής. "Στην τηλεόραση είπαν ότι το παίρνω", απαντούσε, με ύφος που θα ζήλευε ακόμα και η Τασσώ Καββαδία.
Όταν ξεκίνησε η διαδικασία υποβολής αιτήσεων, μπήκαν στο παιχνίδι η κουμπάρα της  και μία άλλη φιλενάς, οι οποίες θεώρησαν υποχρέωσή τους   να της τηλεφωνούν και να την προτρέπουν να κάνει αίτηση. Η δε κουμπάρα, αναρωτιόταν μήπως και η ίδια (με ένα χιλιάρικο σύνταξη) έπρεπε  να υποβάλλει αίτηση. Κάπως έτσι άρχισε η παρενόχληση (μας) από την αξιολάτρευτη -κατά τα άλλα- γιαγια. Φαντάσου σκηνικό: χτυπάει το τηλέφωνο (για να παίρνει η γιαγιά είναι τουλάχιστον δέκα το βράδυ) και αρχίζει τη μουρμούρα στη δόλια μάνα: "Μου είπε η κουμπάρα να κάνω αίτηση γιατί μπλα μπλα μπλα". "Μα δεν το δικαιούσαι, σύμφωνα με τα κριτήρια, σου το έχουμε πει ένα εκατομμύριο φορές"  διατηρεί την ψυχραιμία της η μητέρα, για να εισπράξει το αφοπλιστικό " Δεν ξέεεερω, έτσι μου είπε και στο λέω", και κάπου εκεί φροντίζουμε να έχουμε σε ετοιμότητα το πιεσόμετρο, γιατί τα πενήντα  όσο να πεις είναι επικίνδυνη ηλικία. Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται, σε τακτά χρονικά διαστήματα, τηλεφωνικώς αλλά και face to face. Απ' ό,τι καταλαβαίνω, και η κολλητή αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα με τα παιδιά της: επιμένουν πως δεν το δικαιούται. Μα πως; Αφού το είπε η τηλεόραση. Και η κουμπάρα.
Τι σημασία εχει που η οικογένεια διαθέτει έναν εντυπωσιακό αριθμό αποφοίτων οικονομικών σχολών και mba-τζήδων, για τη γιαγιά Dorothy η γνώμη της κουμπάρας είναι που μετράει.
Μετά από πολλή γκρίνια και όχι μόνο, η γραία Μακιαβέλισσα τα κατάφερε και μας έπεισε να κάνουμε την -παντελώς άχρηστη- αίτηση, η οποία όπως ήταν αναμενόμενο απορρίφθηκε αμέσως. Τα ίδια έπαθε και η κολλητή. Το θέμα θεωρήθηκε λήξαν και η γιαγιά δήλωσε πως δεν χρειαζόταν να κάνουμε αίτηση αφού μας πίστευε από την αρχή ( έχει σατανική δίδυμη αδερφή, δεν εξηγείται διαφορετικά). Κάθε τέλος, όμως, είναι μια αρχή και ναι, μια  άλλη φιλενάδα τους τις ενημέρωσε ότι η δική της αίτηση έγινε δεκτή! Πήρε μέρισμα από το πλεόνασμα! Ένα βήμα πριν το εγκεφαλικό η γιαγιά και η κολλητή, ευτυχώς το αποφύγαμε το κακό. Κάπως έτσι ξεκίνησε ένας νέος κύκλος συσκέψεων. τηλεφωνημάτων, διαμαρτυριών: "Γιατί αυτή και όχι εμείς;" ρωτάνε τα "κορίτσια" τη μαμά μου, λες και οι αιτήσεις περνούσαν από το χέρι της. "Αφού λέει πως παίρνουμε ίδια σύνταξη, πάνω κάτω" διαμαρτύρεται η οργισμένη γιαγιά Dorothy, και άντε να της εξηγήσεις πως το "πάνω κάτω" είναι μια έννοια πολύ γενική και αν δεν έχεις δει το έψιλον ένα, το έψιλον εννιά και τα λοιπά ενδιάμεσα έψιλον, δεν μπορείς να έχεις ακριβή εικόνα για την οικονομική κατάσταση κανενός. 
Μαύρες μέρες και άγρυπνες νύχτες πέρασαν οι δύο απορριφθείσες. Οι μετεξεταστέοι στο σχολείο πιο ελαφρά το παίρνουν το πράμα. Η δε κολλητή, ένα πρωινό, αχάραγα ακόμα, που βγήκε να πετάξει τα σκουπίδια της στον κάδο των απορριμάτων, πέτυχε έναν δύστυχο γείτονα που έφευγε να πάει στη δουλειά του. Περιττό να πούμε ότι επί μισή ώρα τον βομβάρδιζε με ερωτήσεις και ζητούσε εξηγήσεις, για το πως η άλλη φιλενάς πήρε μέρισμα! Πως! "Γιατί έχει μικρότερο εισόδημα από εσένα;" πιο λογική απάντηση δεν υπάρχει, αλλά το μάτι της μερισματοκαμμένης χήρας γυάλιζε επικίνδυνα και ο γείτονας έσπευσε να μπει στο αμάξι και να απομακρυνθεί, προτού δεχτεί τον κάδο απορριμάτων στο δόξα πατρί. 
Γιαγιά και κολλητή ακόμα  το φυσάνε και δεν κρυώνει που έμειναν χωρίς πλεόνασμα, ενώ  η έτερη φιλενάδα το πήρε. Αφρίζουν από το κακό τους! Σκέφτομαι να κάνω πλάκα στη γιαγιά και να της πω ότι η τύχη ήταν με το μέρος της φιλενάδας της, γιατί στο -όχι και τόσο μακρινό- παρελθόν, πριν τη χτυπήσει η κρίση (οικονομική και ηλικίας), υπήρξε cougar με τα όλα της (τεκνατζού, πως το λέτε εσείς εδώ;) και έχει ξοδέψει ευρώπουλα και ευρουλάκια σε μπότοξ και μεταξωτά βρακιά νεγκλιζέ. Μπορεί, λοιπόν, η μοίρα της να της έδωσε την ευκαιρία να κάνει ένα δυναμικό come back. 
"Άσε να τα χαρεί αυτή που ξέρει να τα γλεντήσει... Εσύ, δηλαδή, τι θα τα κάνεις; Θα τα μετράς την ώρα που βλέπεις τα τούρκικα;". Αυτό θα της πω, σήμερα κιόλας. Αν μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο δεν έχετε νέα μου, παρακαλώ όπως ανησυχήσετε!


Το παρόν αφιερώνεται στη "Δημιουργία" . Μάνα... κουράγιο! : p


Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Σαν τα χιόνια (και σαν το Ρετιρέ)...

Το Πασχαλινό κουνέλι αποχαιρετά τη Dorothy και ορκίζεται πως δεν πρόκειται να την ξαναπιστέψει όταν του πει "Περίμενε, επιστρέφω αμέσως!"






Αν είσαι παλαιός αναγνώστης γνωρίζεις πολύ καλά πως σε αυτό το μπλογκ οι γιορτές κάθε είδους κρατάνε πάντα περισσότερο: έτσι λοιπόν η παγκόσμια ημέρα ποίησης συνήθως γιορτάζεται για ένα δίμηνο - το λιγότερο - η αύρα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς μας εγκαταλείπει τέλη Ιανουαρίου - το νωρίτερο- και, φυσικά, το Πασχαλινό ποστ που σέβεται τον εαυτό του παραμένει στη θέση του για ένα εξάμηνο. 

Και δεν είναι πως δεν είχα υλικό... Και σε συναυλία για τα είκοσι χρόνια του Μαζωνάκη στο τραγούδι πήγα και είδα σελέμπριτις και άκουσα την Κατερινάρα που ήταν γκεστ  να τραγουδάει "Σ'εχω κάνει Θεό"... Και οι Green Day δεν ήρθαν τελικά στο Ejekt - όχι ότι είχαν πει αυτοί πως θα έρθουν, εγώ τους ήθελα- και θα μπορούσα, κάλλιστα, να τους σχολιάσω... Και  (χελλ γιεααααα!) πήραμε το πρώτο από τα τρία επιπλέον γράμματα στο ονοματεπώνυμο (δηλαδή  όχι απλά το πήραμε, διαπρέψαμε, τι να λέμε τώρα, πετάει η ομάδα κλπ κλπ)... Και ότι ο Daniel Bruhl, o Niki Lauda του κινηματογραφικού "Rush" αξίζει όσκαρ α' ανδρικού ρόλου θα ήθελα να δηλώσω και να γράψω και την κριτική μου για την ταινία (την οποία, μπάι δε γουέι, την είδα μαζί με τον μπράδερ, ο οποίος είναι formula1όπληκτος και έχει διαβάσει εδώ και χρόνια όχι μόνο τις βιογραφίες των δύο οδηγών αλλά και βιβλίο που αναφέρεται αποκλειστικά(!) στη σεζόν του '76 στην οποία διαδραματίζεται το στόρι και ήταν τέλεια γιατί μου έλεγε διάφορα facts αλλά και όλες τις ανακρίβειες του σεναρίου και τώρα το παίζω κι εγώ έξυπνη :p ).

Το καλοκαίρι η ξαδέλφη Ε. μου παρήγγειλε να γράψω για τον πρώτο άπλυτο της σεζόν, γιατί έχει συνηθίσει να διαβάζει κάθε  χρόνο  για το θέμα, κάτι σαν τελετουργικό άφιξης του καλοκαιριού (Μιας και το έφερε η κουβέντα, οι φετινοί ήταν ζεύγος, γύρω στα 35, σε κατάστημα καλλυντικών, αλληλοψεκάζονταν ασύστολα με αρώματα, μπλιαξ και να μη σου τύχει λέμε... Επιπροσθέτως, κάποιος/α βρέθηκε στο μπλογκ διερωτώμενος/η "γιατί βρωμάω σαν ασβός?". Αλήθεια. ).  Επίσης μου παρήγγειλε να γράψω κάτι και για τους κλαρινογαμπρούς που συνωστίζονται στις παραλίες. Ομολογώ ότι χρειάστηκε να γκουγκλάρω τη λέξη "κλαρινογαμπρός".

 Χμμμ, τι άλλο? Α, ναι, επέστρεψε και το "Ρετιρέ" και ήθελα να γράψω πως όσο υπάρχει "ρετιρέ" υπάρχει ελπίδα. Δεν ξέρω ρε παιδί μου, εγώ μπορεί να μην το βλέπω αλλά όταν γνωρίζω πως κάποια στιγμή μέσα στην ημέρα, έστω και σε μία οθόνη τηλεοράσεως εμφανίζονται η Κατερίνα και η Ξινή νιώθω καλά, νιώθω ότι όλα βαίνουν καλώς και η ζωή κυλάει στους κανονικούς της ρυθμούς, πουλάκια κελαηδάνε τσίου τσίου,  χρωματιστά ιπτάμενα "μικρά μου πόνι" στροβιλίζονται στον ουρανό πασπαλίζοντάς μας νεραϊδόσκονη κλπ κλπ.

Ακόμα ένα σημαντικό γεγονός που δεν είδε το φως της δημοσιότητος είναι ότι η δεύτερη μούσα του μπλογκ Γιαγιά Dorothy (η πρώτη είναι η Χαρούλα Πεπονάκη, μη λέμε τα ίδια και τα γίδια) αποφάσισε και φέτος το καλοκαίρι ότι πεθαίνει... Από ουρία αυτή τη φορά. Το περασμένο καλοκαίρι πέθαινε από ουρικό οξύ. Νομίζω πως τώρα που εξαντλήσαμε τα "ο", του χρόνου θα αποφασίσει ότι πεθαίνει από κάτι που αρχίζει από "π" (ζω για τη στιγμή που θα προσπαθεί να μας πείσει ότι πάσχει από προστάτη).

Αυτά και πολλά άλλα άφησα ασχολίαστα και νομίζω ότι το Φθινόπωρο, που γενικά είναι εποχή νέων ξεκινημάτων και αλλαγών(αν και, μεταξύ μας, η μοναδική αλλαγή που έχω κάνει μέχρι στιγμής είναι που άλλαξα κομμώτρια γιατί εκτός από κατακρεουργημένο αυτί  κονόμησα και κατακρεουργημένο μαλλί, αλλά αυτό είναι άλλη πικρή ιστορία) ,  είναι και  ωραία  εποχή για ξεσκονίσω το σκονισμένο μου μπλογκόσπιτο.Θα τα λέμε, ναι?


Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Πρώτες βοήθειες on the rocks



Περπατάμε με την Ε. κάπου στα Εξάρχεια. Το άγριο(?) νιάτο(???) Dorothy πηγαίνει για piercing. Η Ε. καταβάλει φιλότιμες προσπάθειες να με πείσει ότι η εξίσωση Lagrange δεν είναι προϊόν σκοτεινών δυνάμεων, ούτε δημιουργήθηκε με μοναδικό σκοπό να με βασανίσει αλύπητα μέχρι να παρακαλάω για έλεος. Καθόμαστε πρώτα για καφέ. "Έχουμε χ και ψ... υπάρχει περιορισμός... ο πολλαπλασιαστής λ... και στο τέλος βρίσκεις τους αριθμούς για το χ και το ψ!" και με φαντάζομαι στο μέλλον - ευελπιστώ στο κοντινό -  στην απονομή του τίτλου, τυλιγμένη στην τήβεννο,  να δηλώνω με στόμφο πως ακόμα κι αν δεν υπήρχε Λαγκράνζ θα έπρεπε να εφεύρουμε έναν. Τον έψαξα και στο γκουγκλ, και είδα έναν ασπρομάλλη κύριο με πολύ μυστήρια φάτσα να ποζάρει πάντα προφίλ. Τώρα έχω και εικόνα, κάπου να απευθύνω το "τι θέλεις επιτέλους από τη ζωή μου Ζοζέφ - Λουί?", με ύφος πρωταγωνίστριας στο Καλημέρα Ζωή. Δεν έχω κάτι προσωπικό μαζί του, αλοίμονο, μόνο που εδώ και λίγο καιρό έχει πέσει υπερβολικό φως πάνω σε ένα από τα χειρότερα κομμάτια του (παλιο)χαρακτήρα μου, και οι εξισώσεις του εν λόγω κυρίου -που πλέον τις βλέπω μπροστά μου ακόμα και όταν έχω τα μάτια κλειστά- κρατάνε τουλάχιστον έναν δυνατό προβολέα: δεν μου αρέσει να κάνω λάθη. That's all. "Ναι, αλλά αυτό απλά δεν γίνεται!" με επαναφέρει στην τάξη η Ε. από την απέναντι καρέκλα του Floral. 
Τελειώνουμε με το piercing και δέχομαι  συγχαρητήρια που είμαι τόσο γενναίο κορίτσι. Θέλω να ρωτήσω τι στο καλό θα μπορούσα να κάνω, να βάλω τα κλάματα ας πούμε ή να αρχίσω να τσιρίζω, όταν μπαίνει μία γνωστή ηθοποιός, που της έφυγε ένα σκουλαρίκι και αντιμετωπίζει την επανατοποθέτησή του λες και ετοιμάζεται για χειρουργική εξαγωγη έγκλειστου φρονιμήτη. Κατάλαβα. Φαίνεται πως είμαι πιο θαρραλέα απ' όσο νόμιζα κι ας μην αντιμετωπίζω με την ίδια γενναιότητα ό,τι με απασχολεί  και, αντιθέτως,  εσχάτως κρύβω και το κεφάλι μου στην άμμο σαν τη στρουθοκάμηλο. Αποφάσεις που πρέπει να πάρω, τι θα κάνω με το χ, με το ψ, και δυστυχώς δεν υπάρχει κανένας πολλαπλασιαστής λ να διευκολύνει την κατάσταση, ούτε υπολογιστικό φύλλο όπου καταχωρούνται τα πρέπει, τα θέλω και τα ΘΕΛΩ και μετά με ένα κλικ στη -φθίνουσα- ταξινόμηση να μπουν όλα, μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, στη σωστή σειρά. Αυτά τα προβλήματα τα λύνεις μόνος σου.   Ενήλικες ευθύνες νομίζω ότι λέγεται αυτό, και είναι βαριές οι μπιιιιπ. Αλλά δεν το λέω, όχι για να μην εκτεθώ στον piercer, αντιθέτως γιατί φαίνεται τύπος βαθύτατα φιλοσοφημένος, και άμα πιάσουμε τέτοια συζήτηση προβλέπω να το ξημερώνουμε. "Οινόπνευμα, ουίσκι ή βότκα, 4-5 φορές τη μέρα" μου δίνει οδηγίες για να καθαρίζω τη νεοδιακοσμηθείσα περιοχή. Ουίσκι? Βότκα? Ρακή, όχι? Πάω να γελάσω, αλλά σκέφτομαι πως για να το λέει θα έχουν δει πολλά τα μάτια του και, να πω την αλήθεια, ζηλευω λίγο κάποιον που μπορεί να είναι τόσο χύμα ώστε να μην έχει ένα βασικό  kit πρώτων βοηθειών στο σπίτι του, που δεν ανησυχεί για όλα. Και που μετά θα πάθει καμιά μόλυνση και θα τρέχει, με επαναφέρει η φωνή της λογικής, η ίδια που μου επιβάλλει για τις επόμενες δυο βδομάδες να συμπεριφέρομαι σαν τον Βυζαντινοτέτοιο Κατακουζήνα του γνωστού σήριαλ. 
Αναρωτιέμαι αν υπάρχει άραγε περίπτωση να πάθει κανείς overdose ορθής σκέψης, αν αρχίζει κάποια στιγμή ο εγκέφαλος να πετάει σπίθες και να ακούγονται παράξενοι ήχοι, σαν να καίγονται λάμπες ας πούμε και αν το να ρίχνεις ουίσκι πάνω στα τραύματά σου θα μπορούσε να είναι το αντίδοτο. Φαντάζομαι ότι μπαίνω σε ένα φαρμακείο, που αντί για πάγκο έχει μπάρα, και λέω "χτύπησα το γόνατό μου, θα ήθελα κάτι για την πληγή" και ο υπάλληλος, με λευκό πουκάμισο και γιλέκο και παπιγιόν, μου απαντάει "Για την περίπτωσή σας, προτείνω Τζόνι ή Τζακ... υπάρχει και γενόσημο, σε καλύτερη τιμή".
Εντάξει. Είμαι σε καλό δρόμο...
 

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Καλό μήνα...


... όσο πιο όμορφο γίνεται και πολύ δροσερό!  Οι 35 βαθμοί μου φαίνονται πολλοί για Οκτώβρη.

Το έχω ξαναπεί ένα εκατομμύριο φορές (μόνο), είμαι από τους λάτρεις του χειμώνα, αυτό όμως δε σημαίνει πως σνομπάρω τις καλές στιγμές του καλοκαιριού. Εντάξει, τυπικά ο Σεπτέμβρης δεν ανήκει στο  καλοκαίρι, δυσκολεύομαι όμως να τον διαχωρίσω από την καλοκαιρινή σεζόν. Ένα βράδυ του Σεπτέμβρη, λοιπόν, σένα θέατρο ασφυκτικά γεμάτο από κόσμο, η αοιδός ζήτησε κάτι από το κοινό, που στην πλειοψηφία του ύψωνε τα κινητά του (πράγμα που ποτέ δεν κατάλαβα, πηγαίνεις για να δεις και να ακούσεις ή απλά για να καταγράψεις τη στιγμή και να τη δεις αργότερα?): αναπτήρες. 

Και το σκοτάδι φωτίστηκε, στην αρχή έτσι...




...και μετά από λίγα δευτερόλεπτα έτσι...

και, μετά από λίγο ακόμα περισσότερο και, αλήθεια, χάνει πολύ στις φωτογραφίες, αλλά ήταν τόσο όμορφο θέαμα που, έστω και για ένα λεπτό έγινα κι εγώ μία από αυτούς με τα κινητά ανα χείρας. 

(Οκ, ομολογώ πως όταν είδα τους αναπτήρες η πρώτη μου σκέψη ήταν "καλά, όλοι αυτοί καπνίζουν?", αλλά μετά το ξεπέρασα...)

Καλό Φθινόπωρο!


Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Ωδή στα γιαγιοπάππουδα





Αναρωτιέμαι, χρόνια τώρα, αν όλοι οι άνθρωποι παραξενεύουν όταν μεγαλώσουν (οκ, όταν γεράσουν εννοώ, το έγραψα κομψά) ή μόνο σ' εμάς έτυχε το τζακ ποτ. Επί τέσσερα. Ή, μάλλον, επί τρία, ο παππούς Χ. οφείλω να πω ότι ήταν η λαμπρή εξαίρεση στον κανόνα.

Για τη γιαγιά με το πιεσόμετρο τα έχουμε πει αναλυτικά. Ο έτερος παππούς μου, ο άντρας της, προφανώς επηρεασμένος από τη συμβίωση μαζί της άρχισε κάποια στιγμή να παρουσιάζει περίεργες συμπεριφορές. Επέμενε, για παράδειγμα, να μάθει τι υπάρχει στην άλλη πλευρά του Παρνασσού, αυτή που δε φαινόταν από το σπίτι. Μάταια προσπάθησε να του εξηγήσει ο πατέρας μου πως δεν κρυβόταν κάτι εξωπραγματικό. Όχι, εγώ  θέλω να δω την άλλη πλευρά του Παρνασσού! Όταν, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στα πάτρια, η ανελέητη γκρίνια και μουρμούρα του παππού έσπασε κάθε ρεκόρ, οι γονείς μου τον φόρτωσαν στο αμάξι, και τη γιαγιά φυσικά, μην τύχει και χάσει το θέαμα, και ξεκίνησαν για την εκπαιδευτική εκδρομή. Μόλις έφτασαν στον προορισμό τους, και ο επίμονος παππούς διαπίστωσε πως στην άλλη πλευρά του βουνού   υπήρχαν, απλούστατα, άνθρωποι και σπίτια, το αυτάρεσκο χαμόγελο (τύπου "τα κατάφερα, έγινε αυτό που ήθελα, νια νια νιανιανια...") έδωσε τη θέση του σε μια έκφραση βαθιάς απογοήτευσης. Δεν μας αποκάλυψε ποτέ τι περίμενε ότι θα έβλεπε. Ίσως μικρά ξωτικά, να χορεύουν και να τραγουδάνε σε μια δική τους, ακατάληπτη γλώσσα, και κόκκινα σπιτάκια - μανιτάρια με λευκές βούλες και μονόκερους πασπαλισμένους με γκλίττερ, κάτι ανάμεσα στο "μικρό μου πόνυ" και τα "στρουμφάκια". Ποιος να ξέρει... 

Όποτε αισθανόταν πως η τουρ στους γιατρούς ολόκληρου του Νομού δεν τον κάλυπτε και ήθελε μια ακόμα γνώμη, με ταλέντο που θα ζήλευε ακόμα και ο Μινωτής  παρίστανε τον άρρωστο. Μιλάμε για απίστευτη επιτυχία. Και να τα τηλέφωνα στα παιδιά, να παρατήσουν τις δουλειές τους ή ό,τι άλλο έκαναν  και να ανεβουν πάραυτα στο χωριό  και να τον πάνε στο νοσοκομείο, γιατί οκ, άρρωστος ήταν, αλλά όχι και ετοιμοθάνατος, δεν υπήρχε λόγος να καλέσουν ασθενοφόρο, και άντε να το εξηγήσεις αυτό στη γιαγιά που, όποτε αρρώσταινε ο παππούς, ακόμα κι ένα κρυολόγημα που λέει ο λόγος, άρχιζε τα μοιρολόγια και τράβαγε τα μαύρα από το γιούκο (τι εστί γιούκος, σε άλλη ανάρτηση). Μόλις επιβιβαζόταν ο παππούς στο αυτοκίνητο έλεγε "Λιβαδειά"! Πως μπαίνεις στο ταξί και λες, Ομόνοια ή Γλυφάδα ή Μαρούσι, έτσι ακριβώς. Το νοσοκομείο της Λιβαδειάς μέσα στην καρδιά του το είχε. Της Λαμίας δεν τον συγκινούσε, για ποιο λόγο ποτέ δεν μάθαμε. Ομολογώ πως τις τελευταίες μέρες της ζωής του, κοντά στα ενενήντα πια, που ήταν πραγματικά άρρωστος, όλοι - κατά βάθος - περιμέναμε πως  κάποια στιγμή θα άνοιγε τα μάτια του και θα αποδεικνυόταν πως για άλλη μια φορά μας την έσκασε! Κάτι σαν το παραμύθι με τον βοσκό και τον λύκο.

Τώρα έχουμε τη γιαγιά Dorothy, μούσα αγαπημένη του μπλογκ (μετά τη Χαρούλα Πεπονάκη βέβαια) τελευταία των Μοϊκανών από τα γιαγιοπάππουδα της οικογενείας. Και μπορεί ακόμα να μην έχει χτενίσει το μαλλί Μοϊκάνα, είναι όμως σε καλό δρόμο καθώς έρχεται στο σπίτι τακτικά μια από τις φιλενάδες της, συνταξιούχος κομμώτρια, και διασκεδάζουν τα κορίτσια κόβοντας τις περισσευούμενες τρίχες - ό,τι θεωρούν περισσευούμενο ένιγουεϊ - και η γιαγιά κυκλοφορεί εσχάτως με πολύ πανκ μαλλί. Επιπλέον, φοράει απαραιτήτως την αγαπημένη της κολόνια "Τόσκα" ενώ, όπως κάθε γραία που σέβεται τον εαυτό της, το έχει ρίξει στα άγια και, το καλύτερο όλων, είναι πως τα συνδυάζει: Πηγαίνουμε το καλοκαίρι στο σπίτι της για να συνδέσουμε τους αποκωδικοποιητές  στις τηλεοράσεις. Έξαλλη η γιαγιά με το ψηφιακό σήμα και τους αποκωδικοποιητές, γιατί μπερδεύει τα τηλεχειριστήρια, πατάει ό,τι να 'ναι, λαμπάκια ανάβουν, λαμπάκια σβήνουν, και μετά μας τηλεφωνεί κατά τις έντεκα (το βράδυ) να πάμε να τα διορθώσουμε. Τέλος πάντων, καθώς παλεύαμε με τα καλώδια, πέφτει το μάτι μου πάνω στο μπουκαλάκι της Τόσκα. Δεν είναι δυνατόν, δεν βλέπω καλά, σκέφτομαι, και πλησιάζω, και διαπιστώνω ότι εγώ μια χαρά βλέπω, απλούστατα η γιαγιάκα μου έχει διακοσμήσει το μπουκάλι του αρώματος με εικόνες!




Το φετινό καλοκαίρι η γιαγιά αποφάσισε ότι πεθαίνει. Από ουρικό οξύ(!). Αν γίνεται να πεθάνει κανείς από ουρικό οξύ δεν το γνωρίζω (αν και είχε χτυπήσει high score), αλλά άκουσε ότι κάποιος άλλος πέθανε και γι' αυτό ήθελε να μας δώσει την ευχή της. Μετά διασταύρωσε τις πληροφορίες της και, όχι, ο μακαρίτης τελικά δεν πήγε από ουρικό οξύ και αποφάσισε ότι θα ζήσει κι έτσι δεν μας έδωσε την ευχή της και τι θ' απογίνουμε τώρα χωρίς ευχή; Το τελειωτικό χτύπημα ήταν ότι απεσύρθη από την ενεργό δράση ο αγαπημένος της παθολόγος, αυτός που την αποκαλούσε "Ντοροθούλα" και η γιαγιά με ένα πολύ λάιτ υποκοριστικό του σοβαρού ονόματός του, και που τον γνώριζε καμιά σαρανταριά έτη και  μαζί έχτισαν μια σχέση γεμάτη από εμπιστοσύνη, αμοιβαία εκτίμηση, χάπια της πίεσης (παρντόν, της πιέσεως) και νοοτρόπ. (Στο μόνο που απέτυχε ήταν να την πείσει πως όταν λέμε "προσεγμένη διατροφή" δεν εννοούμε γαρίδες σαγανάκι και μουσακά.) Και ο καινούργιος όμως, καλός, δε λέω, αυτός μάλιστα την αποκαλεί "κούκλα", αλλά όταν ήρθε να τη δει έκανε το τρισμέγιστο σφάλμα να της πει πως οι ηλικιωμένες κυρίες πρέπει να κάνουν και λίγη υπομονή και να μην ανησυχούν τα παιδιά τους με το παραμικρό. Τα ίδια λέει και στη μάνα του, που είναι στην ηλικία της γιαγιάς, έτσι είπε. Ρε λένε τέτοια πράγματα στη γιαγιά Ντόροθυ, που με το παραμικρό αισθάνεται "κάτι εδώ, να εδώ με πιάνει ένας πόοοοοονος, στην καρδιάααααα";

 -Μα η καρδιά δεν βρίσκεται εκεί...
-Σσσσσσσσσσς! Ναι, αλλά δεν της το λέμε, για να ξέρουμε πότε λέει ψέμματα...

Στη μπλακ λιστ της γιαγιάς ο δόκτωρ, με συνοπτικές διαδικασίες!  Πάλι καλά που δεν τηλεφώνησε στη μητέρα του, να την επιπλήξει για τη διαγωγή του υιού της... 
Τηλεφώνησε, όμως, στο 184, την ημέρα που σταμάτησε να λειτουργεί. Για να βεβαιωθεί ότι όντως δεν λειτουργεί (???).

Τα απογεύματα την επισκέπτονται τα "κορίτσια" (μέσος όρος ηλικίας τα ογδόντα) και βλέπουν τα τούρκικα στην τηλεόραση. Πιο παλιά έβλεπαν "Πάτυ" και "Μυστικά της Εδέμ" και συνέπασχαν με τις πρωταγωνίστριες. Ναι, και με την Πάτυ.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, οι ευχές  της γιαγιάς μου προς εμένα ήταν (και είναι) "με μια καλή τύχη", "με ένα καλό και τίμιο παιδί" και (τα αγαπημένα μου) "και τα νυφικά" ή "και του γαμπρού". Τα δύο τελευταία κολλάνε παντού: φοράω καινούργιες σαγιονάρες, άντε και στα νυφικά, αγοράζω καινούργιο κινητό, άντε και του γαμπρού, και πάλι καλά που δεν έχω δει ακόμα κανέναν εφιάλτη, ότι ξερωγώ καταφθάνω στην εκκλησία ντυμένη νύφη και αντί για σανδάλια με σβαρόφσκι φοράω λευκές havaianas, ενώ ο γαμπρός, που είναι φτυστός με τον Νίκο Ξανθόπουλο στο "Γιακουμής, μια ρωμέικη καρδιά" (πόσο πιο καλός και τίμιος από τον Γιακουμή...;) δεν κρατάει ανθοδέσμη αλλά ένα ολοκαίνουργιο iphone5... i στο καλό, συγκινήθηκα! 

 Εγώ όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω σαν αυτές τις γιαγιάδες που ζουν στη Florida, σε κοινότητες ηλικιωμένων, και φοράνε ροζ κίτρινες και γαλάζιες φόρμες και ασορτί καπελάκια από αυτά που έχουν μόνο γείσο, και λευκά απαστράπτοντα αθλητικά παπούτσια και κάνουν μανικιούρ πεντικιούρ aqua aerobics και τάι τσι στη φύση παρέα με τις φιλενάδες τους, και τα καλοκαίρια πηγαίνουν κρουαζιέρα και δεν τηλεφωνούν κάθε τρία λεπτά  στα παιδιά τους υποστηρίζοντας ότι τώρα, να τώρα αμέσως, σε δυο λεπτά το πολύ, πεθαίνουν, σβήνουν, χάνουν τη γη κάτω από τα πόδια τους, και δεν ξέρεις πότε λένε αλήθεια και πότε μύθους του Αισώπου. Λίγο μακριά πέφτει η Florida θα μου πεις, και θα συμφωνήσω,  αλλά αν η εναλλακτική είναι να γίνω σαν τις γιαγιάδες μου... στο Μαϊάμι αδελφές μου, στο Μαϊάμι!


Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Η πανσέληνος φεύγει, η μπλόγκερ έρχεται...


 Ήθελα από χθες να γράψω την πρώτη ανάρτηση της σεζόν, αλλά μετά είπα... ασ' το καλύτερα, οι συνειρμοί που θα προκύψουν δεν με συμφέρουν: αφενός μεν γράφω στο μπλογκ once in a blue moon (χα χα, με πιάνεις?)  αφετέρου δε τα posts μου είναι σεληνιασμένα...


Χάζευα χθες βράδυ για λίγο την  πανσέληνο και σκεφτόμουν πως αν και δεν είμαι καλοκαιρινός τύπος  οφείλω να παραδεχτώ πως το καλοκαίρι έκλεισε με το πλέον εντυπωσιακό θέαμα. Όχι γιατί ανήκω στους ρομαντικούς της πανσελήνου, το αντίθετο θα έλεγα: η πρώτη εικόνα που σκέφτηκα ήταν ένας λύκος που ουρλιάζει, με φόντο το ολόγιομο φεγγάρι, και από μουσική, γιατί κάθε στιγμή οφείλει να έχει το δικό της soundtrack, σίγουρα  "the loner" (κλάψε γλυκιά μου Les Paul Gibson, κλάψε...).




Τώρα, αν με ξέρεις έστω και λίγο, περιμένεις τη γκρίνια μου για το πόσο δεν μου πηγαίνει το καλοκαίρι κλπ κλπ. Θα πρωτοτυπήσω φέτος και δεν θα γκρινιάξω καθόλου. Αντίθετα, θα σε ενημερώσω φίλε αναγνώστη για την έκπληξη του καλοκαιριού: η Ντολόρες της προηγούμενης ανάρτησης δεν είναι Ντολόρες... Μας προέκυψε αγοράκι (ουπς!) και τώρα δεν έχει όνομα, γιατί φυσικά δεν μπορούμε να τον φωνάζουμε Ντολόρες και τέλος πάντων δεν υπάρχει και αντίστοιχο ανδρικό. Εγώ, βέβαια, έχω πολλές και καλές ιδέες, οι οποίες όμως γίνονται δεκτές με τον ενθουσιασμό Εσκιμώου που του κάνουν δώρο ανεμιστήρα. Στο μεταξύ, το μικρό αβάπτιστο γατί ακούει με επιτυχία στα "έι ψιτ!", "λουκουμάκι" (τρώει τα πάντα και έχει γίνει αρκετά στρουμπουλό) και "σταμάτα να μου δαγκώνεις το πόδι ρε μπιιιιιιπ" (παίζει το χρυσούλι μου...). Άλλο highlight του καλοκαιριού ήταν η πρώτη μου επίσκεψη ever στο "Δελφινάριο", όπου παρακολούθησα για πρώτη φορά επιθεώρηση και από τότε το λεξιλόγιό μου έχει εμπλουτιστεί με ατάκες τύπου "Τι δεν καταλλλλαβαίνεις?" και "ααααχααα! καλό, ε?". Επίσης, επιβεβαίωσα πως οι κότες υπάγονται στα κατοικίδια: πέτυχα ένα απόγευμα την κυριούλα της ανοιξιάτικης αναρτήσεως να βγαίνει από το σπίτι της και σκέφτομαι "πλάκα θα έχει να βγει τώρα και ο κόκορας" και ναι, τελικά βγήκε και ο κόκορας και βολτάριζαν μπροστά  η κυριούλα (με ωραιότατη εμπριμέ ρόμπα. Α! το σωστό να λέγεται...) και πίσω ο κόκορας. Βέβαια, τώρα που το ξανασκέφτομαι, μπορώ να είμαι σίγουρη ότι πρόκειται για τον ίδιο? Ένιγουει, του έμοιαζε...  
 


Το γεγονός της νέας σεζόν πάντως είναι πως, μετά από χρόνια, συμπάσχω κι εγώ με τα πρωτάκια. Ομολογώ πως αν και είμαι ενθουσιασμένη, είναι στιγμές που με πιάνει το  "δε θέλω να πάω σχολείοοο" (συγχρόνως, χτυπάω και το πόδι μου στο πάτωμα. αμέ!) και προσπαθώ να με καλοπιάσω, λέγοντάς μου πχ. "Σκέψου Ντόροθυ  τι ωραίο που θα φαίνεται το όνομά σου με τα τρία επιπλέον γράμματα στο τέλος" ή "Σκέψου Ντόροθυ πόσο ουάου! μπίζνες καρντς θα τυπώσεις όταν τελειώσεις", αλλά ο εγκέφαλος της Ντόροθυ αρνείται να συνεργαστεί και όχι μόνο δεν σκέφτεται, αλλά αν γινόταν θα διάβαζε αποκλειστικά Garfield, Μικυ Μάους και λοιπά σοβαρά αναγνώσματα.

Αυτά τα ολίγα προς το παρόν. Καλό μήνα, καλό Φθινόπωρο και καλή σχολική χρονιά στα μικρά (και στα λίιιγο μεγαλύτερα) παιδάκια :)

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Οι κότες υπάγονται στα κατοικίδια;


Εναλλακτικός τίτλος: "Με το κολλύριο στο χέρι".

Φέτος χάρηκα πολύ τον ερχομό της άνοιξης. Αν και είμαι λάτρης του χειμώνα, ο φετινός ήταν πολύ βαρύς, έφερε πολλή μαυρίλα και τέλος πάντων δε νομίζω ότι θα μου λείψει. Τωρα, όμως, ήρθαν μεγάλες φωτεινές μέρες, ο ήλιος λάμπει, τα πουλάκια τιτιβίζουν, τα λουλούδια ανθίζουν, τα μάτια δακρύζουν... Α ναι, μαζί με όλα αυτά ήρθαν και κάτι ξεγυρισμένες αλλεργίες: κοιτάζεσαι τη μια μέρα στον καθρέφτη και βλέπεις τον ροδομάγουλο και ροδοπέταλο εαυτό σου, κοιτάζεσαι την επόμενη και βλέπεις τον Ρόκυ Μπαλμπόα μετά από το ματς.

Ως άλλος Μπαλμπόα ξυπνάω την Κυριακή, Πρωταπριλιά λέω, κάποιος μου κάνει πλάκα! Μετά από δυο-τρεις δοξολογίες και άλλα τόσα απολυτίκια με επιπλήττω: "Dorothy, τσ τσ τσ, ντροπή! Είναι πρωτομηνιά και Σαρακοστή, δεν κάνει...", "Οκ, δίκιο έχεις!" μου απαντάω (αυτό, που κάνω διάλογο με τον εαυτό μου, μήπως πρέπει να το κοιτάξω;) και βγαίνω για μια βόλτα. Στην επιστροφή, βλέπω μια κυριούλα που γνωρίζω μόνο εξ όψεως στην είσοδο του σπιτιού της. "Έλα, βγες!" λέει με γλυκερή φωνή σε κάποιον που εγώ δεν βλέπω (επειδή ο άγνωστος χ είναι ακόμα μέσα στο σπίτι κι εγω κάμποσα μέτρα μακριά, όχι λόγω του τουμπανιασμένου οφθαλμού, νταξ ; ). Σκέφτομαι, η Dorothy, ότι μιλάει στο εγγονάκι της. "Έλα που σου λέω τώρα... Βγες έξω!", τα παίρνει ελαφρώς η κυριούλα. Α, μπορεί να μην μιλάει στο εγγονάκι της, μπορεί να μιλάει στο σκυλάκι της ή στο γατάκι της. "Έλα, βγες και κατέβα τα σκαλάκια!", ξαναπαίρνει το γλυκό της ύφος. Κι ενώ κοντεύω να φτάσω μπροστά στο σπίτι της μανδάμ και να μου λυθεί η απορία, ποιόν θέλει τέλος πάντων να βγάλει βόλτα με το ζόρι, βλέπω να βγαίνει από την πόρτα ένας κόκορας. Κάγκελο η Dorothy! Βρε μήπως το κολλύριο ήταν ληγμένο και άρχισαν παρενέργειες; Η κυριούλα συνεχίζει - πότε με το καλό πότε με το άγριο - να υποδεικνύει στον κόκορα που να πάει και τι να κάνει κι εγώ απομακρύνομαι κατακλυσμένη από μια παράξενη αίσθηση ότι περπατάω μέσα σε πίνακα του Νταλί ή σε ταινία του Ντέιβιντ Λιντς ή -έστω!- σε μια φάρμα του Φέισμπουκ.

Από εκείνο το πρωί αναρωτιέμαι για ποιο λόγο μπορεί κάποιος που ζει στην πόλη να φιλοξενεί στο σπίτι του έναν κόκορα και απάντηση δεν βρίσκω. Αν ήταν κότα, θα έλεγα ότι τη θέλει για να έχει αβγά ημέρας. Μήπως τον έχει για ξυπνητήρι; Αν ναι, οι γείτονες τι λένε περι τούτου; Και που έχει ο κόκορας τον προσωπικό του χώρο, αφού το συγκεκριμένο σπίτι δεν έχει κήπο ή αυλή; Στον φωταγωγό; Σε μια γωνίτσα στο σαλόνι; Και αυτό είναι νόμιμο; Κι αν είναι νόμιμο, είναι ηθικό; Ο κόκορας δεν έχει δικαιώματα; Και, δεδομένου ότι η αφεντικίνα του κόκορα διαθέτει μάτι τσακίρικο και πονηρό, είμαι υπερβολικά καχύπτοπτη όταν σκέφτομαι μήπως, λέω μήπως, ο τελευταίος περίπατος του κοκορίκου είναι προς την κουζίνα;

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

...κι ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος...




Πάει και το ’11...


Καλή χρονιά, χρόνια πολλά, ευτυχές το σωτήριον έτος 2012, may the force be with you us ( που λέει και ο Μάστερ Γιόντα), και του χρόνου με υγεία!

Ακόμα μία φορά έκανα το καθήκον μου στην εορταστική διακόσμηση του σπιτιού, τουτέστιν τοποθέτησα με κάθε επισημότητα το αστέρι στην κορυφή του δέντρου και τα φωτάκια στην πρίζα (η μπάντα του δήμου έλειπε). Η μοναδική μου ένσταση αφορά το ύψος του δέντρου: υποτίθεται ότι είναι 1.80, αλλά με φλατ παπούτσια (εγώ, όχι το δέντρο, duh! ) είμαστε ίσα. Δύο τινά συμβαίνουν: ή το κουτί του δέντρου γράφει ανακρίβειες ή πήρα –αναδρομικά- καμιά δεκαριά πόντους. Θα το ψάξω...

Σε αντίθεση με την περσινή αλλαγή του χρόνου, φέτος η γράφουσα ήτο κιουρία -με το κιού κεφαλαίο- και δεν προέβη σε άσεμνες χειρονομίες προς το απερχόμενο έτος.

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, όπως κάθε χρόνο, η wannabe chanteuse γιαγιά Dorothy έδωσε ρέστα: «Παρ’ το στεφάνι μας, παρ’το γεράνι μας... κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου...»

-Τι λες ρε γιαγιά, μέρα που είναι?...

-Καλά, τότε κάτι από Ρίτα Σακελλαρίου? (!)

Της κάναμε, λοιπόν, καντάδα τα τέσσερα γαϊδουροέφηβα εγγόνια (μέσος όρος ηλικίας: 27,75), πρώτα με το «οι ογδοντάρες ίσον με δύο σαραντάρες» -διότι οφείλουμε να προσαρμόζουμε τους στίχοι ανάλογα με την περίσταση- αλλά και με τη «Σαμιώτισσα» (πατρίδαααα!!!), μόνο που αντί για «Σαμιώτισσα με τις ελιές και με τα μαύρα μάτια» είπαμε «...και με τα πράσινα μάτια» - διότι το σόι διαθέτει τζετ γκομενάκια όλων των ηλικιών.

Πάνω στον καλλιτεχνικό οίστρο, σπάσαμε μία χορδή από την κιθάρα του αδελφού μου και ένα ντέφι με τη φάτσα της Χελλόου Κίττυ.

Και επειδή γιορτές χωρίς απρόοπτα ΔΕΝ γίνονται, από το βράδυ της Πρωτοχρονιάς ξεκίνησε ένα ντόμινο γαστρεντερίτιδας, που έχει ταλαιπωρήσει την πλειοψηφία όσων παρευρέθηκαν στην Πρωτοχρονιάτικη μάζωξη. Παρένθεση: Θερμή παράκληση... Όταν κάποιος είναι άρρωστος –ή όταν είναι άρρωστο το παιδάκι του- ας προσέχει λίγο μέχρι να αναρρώσει... Ξέρω, δεν είναι το πιο ευχάριστο να περνάς τέτοιες μέρες κλινήρης (είναι γνωστά τα δικά μου κατορθώματα, μόνο που προτιμώ το Πάσχα...), ας σκεφτόμαστε όμως λίγο και τους άλλους, που δεν χρωστάνε τίποτα να τρώνε λαπά (ιιιιιου), οι δυστυχείς, στα καλά καθούμενα.

Το γεγονός ότι –μέχρι στιγμής- την έχω γλιτώσει, το αποδίδω εν μέρει στην τύχη που μου εξασφάλισε το τυχερό νόμισμα της βασιλόπιτας. Γιατί ναι, είναι γεγονός... Φέτος μου έτυχε –για τρίτη συνεχόμενη χρονιά!- το νόμισμα της βασιλόπιτας: χατ τρικ λέμε!

Για την καινούργια χρονιά, για αυτή που πολλοί –φαίνεται ,ακόμα και από τις ευχές τους- έχουν προεξοφλήσει ότι θα είναι (ακόμα πιο) δύσκολη και σκοτεινή και χίλια δυο στραβά και ανάποδα, θα ευχηθώ υγεία, τύχη (χρειάζεται και αυτή) και πολλές στιγμές χαρούμενες και ευτυχισμένες. Όσοι ψάχνουν κάτι να το βρουν και όσοι ζορίζονται από βαριά φορτία να αισθανθούν (λίγο πιο) ελεύθεροι.

Omnia causa fiunt, έγραφα στην πρώτη ανάρτηση του ’11. Όλα να συμβαίνουν για κάποιο λόγο. Και να τον γνωρίζουμε, αν αυτό είναι δυνατό. Φέτος λέω:

Post tenebras lux…