Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νάυλον ντέφια και ψόφια κέφια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νάυλον ντέφια και ψόφια κέφια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

"Τί θα πει ο κόσμος;"





Κάθε χρόνο, δεν ξέρω για ποιο λόγο, μετά από την ανάρτηση για την παγκόσμια ημέρα ποίησης πέφτει βαθιά σιωπή στο μπλογκ. Φέτος μάλιστα πρέπει να έσπασα κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Εκτός μπλογκ, στην "πραγματική ζωή", αυτές οι μέρες πέρασαν χωρίς πολλές εκπλήξεις, απλά με  πολύ γέλιο με τα τέσσερα (!) νέα γατιά τη παρδαλής Παρδάλως,  λίγη κούραση για ένα deadline (αυτά παθαίνει όποιος αποφασίζει στα γεράματα να προσθέσει τρία ακόμα γράμματα στο όνομά του, αλλά δε μασάμε, ποτέ, never, jamais, nie), ήσυχα... Και μετά, ένα τέτοιο ήσυχο βράδυ, πριν λίγες μέρες, χτύπησε το τηλέφωνο και μάθαμε πως ένα συγγενικό πρόσωπο νοσηλεύεται  στην εντατική ενός νοσοκομείου σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση. Μετά από το πρώτο σοκ  φυσικά ρωτάς για το πως, που, πότε, γιατί... και ομολογώ πως η απάντηση που πήραμε μας ξάφνιασε όλους, μας άφησε σε αυτή την κατάσταση που κοιτάζεις το κενό, με την πιό ηλίθια έκφραση που διαθέτεις ζωγραφισμένη στο πρόσωπό σου και λες "δε γίνεται, κάτι δεν καταλαβαίνω σωστά!". Εν έτει 2013, σε μια περιοχή που ναι μεν είναι επαρχία αλλά -ευτυχώς- διαθέτει σε κοντινή απόσταση γιατρούς όλων των ειδικοτήτων, νοσοκομεία κλπ κλπ, μια νεότατη γυναίκα θεώρησε ότι ήταν προτιμότερο να κάτσει στο σπίτι της κάμποσες μέρες και να αργοσβήνει παρά να πάει στο νοσοκομείο ή  να πάει στον γιατρό ή να καλέσουν ασθενοφόρο για να τη μεταφέρει στο νοσοκομείο όταν η κατάσταση χειροτέρευε ή δεν-ξέρω-τί-άλλο, ό,τι κάνει δηλαδή οποιοσδήποτε νοήμων άνθρωπος όταν έρχεται αντιμέτωπος με ένα ξαφνικό πρόβλημα υγείας. Γιατί; Γιατί, χρυσό μου, σιγά μην καλέσουμε ασθενοφόρο και το δουν στο χωριό και μας σχολιάσουν ότι αρρωστήσαμε! 
"Τί θα πει ο κόσμος;"
Δεν χωράει στο μυαλό μου ότι σε μία τέτοια στιγμή μπορεί να σε νοιάζει τι θα πει ο κόσμος, λες και είναι μεμπτό ή ντροπή να αρρωστήσεις. Και από την άλλη, θυμάμαι πως όταν πηγαίναμε για Πάσχα στο χωριό τα ατελείωτα ψουψουψου,μέσα στην εκκλησία βεβαίως, έδιναν κι έπαιρναν από τις διάφορες κουτσομπόλες (το 99% του πληθυσμού δηλαδή) που πήγαιναν στον Επιτάφιο στολισμένες με γούνες και την Άρτα και τα Γιάννενα από κοσμήματα, και πως πριν κάμποσα χρόνια είχα δει από πρώτο χέρι με πόση ευαισθησία αντιμετωπίζουν τα προβλήματα υγείας των άλλων. Πριν καμιά δεκαριά χρόνια, τότε που το άγριο νιάτο της οικογένειας (aka μάι μάδα) πήγε για πεζοπορία σε ένα φαράγγι και γκρεμοτσακίστηκε (άουτς!) και για να της συναρμολογήσουν το πόδι χρειάστηκαν κάμποσες βίδες, λάμες και λοιπά σιδηρικά. Η ταλαίπωρη μάνα, αγανακτισμένη από τον κατ' οίκον περιορισμό, παρά τους πόνους και τα λοιπά δεινά της, περίμενε καρτερικά το οκ του γιατρού για να αρχίσει να βγαίνει από το σπίτι, πάντα με συνοδεία και παρέα με τον κολλητό της φίλο κύριο Πι, και μόλις της το επέτρεψε κανένας, μα κανένας, δεν την συγκρατούσε. Πήγε για καφέ, πήγε σε εκθέσεις, πήγε για ψώνια, μέχρι και σε κατάστημα με μαγιό με έσυρε και δοκίμαζε τα μονδελάκια (άθλος, αν σκεφτείς πως δεν επιτρεπόταν ούτε καν να ακουμπήσει το πόδι της στο έδαφος) όταν ο γιατρός της είπε πως έπρεπε να κάνει πολλά μπάνια στη θάλασσα. Πουθενά δεν ήρθε αντιμέτωπη με κουτσομπολίστικα ή υποτιμητικά ή ειρωνικά βλέμματα (για ποιό λόγο άλλωστε;). Όταν, όμως, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στο χωριό πήγαμε στην κοντινότερη παραλία, αφενός μεν μία τύπισσα που προχωρούσε στο πεζοδρόμιο στούκαρε σε μια κολώνα (ω ναι, όπως στα κινούμενα σχέδια), γιατί αντί να κοιτάει μπροστά της είχε στρέψει το βλέμμα στο πραγματικά πρωτότυπο θέαμα των επιδέσμων στο πόδι της μάνας μου, αφετέρου δε μία οικογένεια κατοίκων της περιοχής που κάθισαν δίπλα μας στην άμμο δεν σταμάτησαν ούτε ένα λεπτό τα γνωστά ψουψουψου, με το βλέμμα καρφωμένο στο πι.
Δεν ξέρω αν αυτή τη μαλακισμένη νοοτροπία την έχουν αποκλειστική πατέντα τα πάτρια ή είναι συνηθισμένη στην επαρχία, πίστευα όμως πως οι νεότεροι θα είχαν συνειδητοποιήσει πως όταν έχεις να διαλέξεις ανάμεσα στη ζωή σου και στο "τι θα πει ο κόσμος", τον κόσμο τον γράφεις στα παλαιότερα των υποδημάτων σου. Κάνεις αυτό που είναι σωστό για σένα, κι ας πει ο κόσμος ό,τι γουστάρει, και επιπλέον δεν το παίζεις σούπερ ήρωας να σέρνεσαι στη δουλειά, στη δουλειά που είναι δική σου ρε γαμώτο μου, όταν ακόμα και ο χειρότερος εργοδότης θα σε έστελνε στο νοσοκομείο αν σε έβλεπε σε τέτοια χάλια. Για να μη λείψει τίποτα στα παιδιά; Ενώ τώρα που τους λείπει το σημαντικότερο, εσύ η ίδια, είναι καλύτερα. Κι ακόμα δεν καταλαβαίνω πως είναι δυνατό η γυναίκα σου, η κόρη σου, ο οποιοσδήποτε δικός σου άνθρωπος, να έχει τα χάλια του και εσύ αντί να τον βουτήξεις με το ζόρι και να τον πας σ' έναν γιατρό, να κάθεσαι και να ακούς τα "είμαι καλά, δεν έχω τίποτα μπλα μπλα μπλα".
Ελπίζουμε πια σε ένα θαύμα, αυτό είναι το συμπέρασμα. Και όπως λέει μια ατάκα από μια παλιά ελληνική ταινία, μία από αυτές που ο Φωτόπουλος και ο Αυλωνίτης  είναι πλανόδιοι μουσικοί με τη λατέρνα αν θυμάμαι καλά, όταν οι γιατροί ανακατεύουν στις δουλειές τους τον Θεό... σκούρα τα πράγματα. 
Όσο με έχει στενοχωρήσει αυτή η ιστορία, άλλο τόσο με έχει θυμώσει. Πίστευα πως το ένστικτο αυτοσυντήρησης είναι πολύ ισχυρό. Πρόσφατα, μια φίλη της γιαγιάς μου μπήκε, σφαδάζοντας από τον πόνο, σε ένα λεωφορείο και πήγε ολομόναχη στο νοσοκομείο. Αν δεν πήγαινε, τώρα δεν θα ζούσε. Δεν ξέρω, το θεωρώ εξωφρενικό να έχεις τη δυνατότητα να απευθυνθείς οπουδήποτε για βοήθεια και -στην ουσία-  να καταδικάζεις τον εαυτό σου, για να μην πει ο κόσμος! Να πάει να ... ο κόσμος! 
Ο συγκεκριμένος κόσμος πάντα βρίσκει κάτι να πει. Και αν δεν γίνει το θαύμα που περιμένουν όλοι αυτοί που είναι μαζεμένοι  έξω από την εντατική, ξέρεις τι θα πει; "Καλή κοπέλα η τάδε, κρίμα ρε παιδί μου". And life goes on...



Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Περιμένοντας το πνεύμα των Χριστουγέννων

Μία χιονονιφάδα, ένας χιονάνθρωπος με το μπατόν του σκι ανα χείρας, ένας άγγελος που ίπταται (ok, κρέμεται από το ταβάνι), ακόμα ένας χιονάνθρωπος με κατακόκκινα μάγουλα που αν και είναι κολλημένος στο τζάμι διατηρεί το χαμόγελό του και -το αγαπημένο μου- ένα μπεμπέ που κοιμάται πάνω σ'ένα μισοφέγγαρο, φορώντας κόκκινο φορμάκι με αστέρια και γκι. Δεν στόλισα ακόμα... Όλα αυτά παραμένουν στις θέσεις τους ολοχρονίς, ακόμα και μέσα στο κατακαλόκαιρο, άλλα γιατί ξέμειναν μια χρονιά ( όπως η χιονονιφάδα), άλλα γιατί απλά δεν βγαίνουν εύκολα από τη θέση τους (όπως ο αυτοκόλλητος χιονάνθρωπος στο παράθυρο) και άλλα γιατί απλά μου αρέσουν. Είναι γεγονός: το πνεύμα των Χριστουγέννων έχει στείλει αντιπροσώπους στο Ντοροθόσπιτο.

Το ίδιο το πνεύμα των Χριστουγέννων έχω βάσιμες υποψίες ότι εγκατέλειψε τη χώρα και την περνάει ζάχαρη, σε άλλη γη σε άλλα μέρη.

Μπάι μπάι μαϊ ντάρλινγκ!

Έχω αδυναμία στον Δεκέμβρη, δεν το κρύβω (December baby, άλλωστε). Μου βγάζει μια ιδιαίτερη ζεστασιά, κάτι στην ατμόσφαιρα μου φτιάχνει τη διάθεση και με γεμίζει αισιοδοξία, ακούω μετα μανίας Σινάτρα και Τομ Γουέιτς (ναι, τα τραγούδια αυτών των δύο ακούγονται διαφορετικά τον Δεκέμβριο...), βλέπω ταινίες του Τιμ Μπάρτον και κάνω σχέδια για τη νέα χρονιά που κοντοζυγώνει. (Καμιά φορά στέλνω και απειλητικά μηνύματα στον Άγιο Βασιλη, αλλά μόνο αν με προκαλέσει.)


Η καλή διάθεση είναι παρούσα και φέτος, μόνο που μου θυμίζει υπερβολικά το λαμπάκι που ανάβει όταν κοντεύει να τελειώσει η βενζίνη: έχεις λίγη ακόμα, φτάνεις άνετα μέχρι το επόμενο βενζινάδικο, αλλά αν αμελήσεις τον ανεφοδιασμό την πάτησες!


Τέτοιες μέρες, στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, μπορούσες να μετρήσεις ένα σωρό καταστήματα με εποχιακά στολίδια, τεράστιους Άγιους Βασίληδες και δέντρα και φωτάκια που αναβοσβήνουν και παίζουν μουσική. Προχθές μέτρησα, δεν θυμάμαι πόσες, επιγραφές που έλεγαν "αγοράζω χρυσό". Και διαφημιστικά φυλλάδια πολλά τέτοια, κολλημένα σε κολώνες ή πεταμένα κάτω. Η επωνυμία σε ένα από αυτά μου φάνηκε γνωστή και μετά θυμήθηκα ότι ήταν το κοσμηματοπωλείο που είχα πάει για piercing πριν από πολλά χρόνια. Είχα χαρεί τόσο πολύ, γιατί ήταν ο μόνος στην περιοχή που έκανε piercing και κάθε φορά που περνούσα απ' έξω χαμογελούσα αβίαστα, γιατί θυμόμουν ξανά το σκηνικό: Δεκέμβρης, στολισμένες βιτρίνες, εγώ μόλις είχα κλείσει τα δεκατέσσερα και ήθελα να ανοίξω δεύτερες και τρίτες τρύπες στα αυτιά. Με ενόχλησε η σκέψη πως κάποιος άλλος μπορεί να περνάει απ'έξω και να σκέφτεται ένα αγαπημένο κόσμημα που θυσιάστηκε στον βωμό ενός απλήρωτου λογαριασμου.


Μπαίνω στον πειρασμό να σχολιάσω την έκρηξη φιλανθρωπίας (σταθερή αξία!) που παρατηρείται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, λες και όσοι χρειάζονται βοήθεια τη χρειάζονται μόνο τις μέρες των Χριστουγέννων. Τις υπόλοιπες μέρες η Αθήνα μεταμορφώνεται σε Ελ Ντοράντο, στα δέντρα αντί για φύλλα κρέμονται φύλλα χρυσού και everybody is happy!



Κάποια νέα για γνωστούς που είτε τους έστειλαν στον ...πάγκο το άγχος και η πίεση λόγω της οικονομικής κατάστασης είτε καλούνται να αντιμετωπίσουν ζόρια που ουδεμία σχέση έχουν με επαγγελματικά, οικονομικά κλπ αλλά είναι πολύ πολύ χειρότερα, με κάνουν να δίνω δίκιο στον φίλο μου τον ανθοπώλη με τις θεωρίες περί άγχους και ψαρέματος.


Ελπίζω, εύχομαι το πνεύμα των Χριστουγέννων να επιστρέψει σύντομα από τις διακοπές του και να κάνει καμιά επίσκεψη προς τα εδώ, επίσκεψη κανονική όμως, επίσημη, με λουλουδικό και φοντανάκια, μήπως και σβήσει εκείνο το λαμπάκι που λέγαμε πιο πάνω.

Καλό μήνα!

ΥΓ: Αυτόν τον τύπο τον αγαπώ, τον αγαπώ, τον αγαπώ!





Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Εξαιρέσεις...


Το βράδυ του Σαββάτου είδα ένα θρίλερ (;) με τον ευφάνταστο τίτλο "ντέβιλ". Πέντε άνθρωποι παγιδεύονται μέσα σε ένα ασανσέρ. Ανάμεσά τους είναι και ο όξωαπόδω (φτου φτου φτου), με τη μορφή μιας ηλικιωμένης κυρίας (οι υπόλοιποι βέβαια δεν το ξέρουν, για να προχωρήσει το στόρι, κατάλαβες;) και, επειδή όλοι είναι λίγο καθάρματα κι έχουν κρυμμένους σκελετούς στη ντουλάπα τους, η γιαγιάκα-οξαποδώ (απίστευτη σκατόφατσα, γι'αυτό και το εργάκι είναι κάτι παραπάνω από προβλέψιμο) αναλαμβάνει να κάνει ένα ξεκαθάρισμα. Με λίγα λόγια, τους επιβάτες του μοιραίου ασανσέρ τους παίρνει ο διάολος, στην κυριολεξία. Μόνο ένας μετάνιωσε ειλικρινά για τα παραπτώματά του και ο "καλός" της υπόθεσης, μια φιγούρα θεϊκή, τον συγχώρεσε (κι ένα δάκρυ κύλησε στων ματιών την άκρη, σνιφ...). Εντάξει, μόνο στο Χόλλυγουντ. Εδώ τα παραπτώματα των λίγων τα πληρώνουμε όλοι μαζί, παρέα. Κλείνοντας το dvd, έπεσα πάνω στους τίτλους έναρξης μιας ταινίας μπόλλυγουντ. Χάζεψα λίγο, μετά βαρέθηκα και κάθισα στον υπολογιστή, ακούγοντας μουσική (η επόμενη έκδοση του όξφορντ ντίξιοναρι δίπλα από το "party animal" θα γράφει "Ντόροθυ", γεγονός), όμως η σκέψη μου ήταν ακόμα στις ταινίες (στην 1 και 1/4 για να ακριβολογούμε) που είδα. Σκεφτόμουν ότι θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα αν όποιος έκανε κακό έπαιρνε την τιμωρία που του άξιζε, αλλά -είπαμε- αυτά γίνονται μόνο στον κινηματογράφο. Σκεφτόμουν ότι το πρόγραμμα της τηλεόρασης έχει γεμίσει από (ακόμα πιο) αποβλακωτικά θεάματα. Κοίτα αυτόν τον καθόλου στάιλις Ινδό που δεν ξέρει να χορεύει, πηγαίνει στον μπαρμπέρη για εξτρίμ μεϊκόβερ και μετά σε ριάλιτι για χορευτές (!), προκειμένου να κερδίσει την εκλεκτή της καρδιάς του! Ωωωωωω! Τι ρομαντικό! Έχω άδικο που ανοίγω την τηλεόραση μόνο για να δω dvd και CSI Miami; Δεν αναφέρομαι καν στο αγαπημένο μου θέμα, τα βιβλία, γιατί θα ξυπνήσει μέσα μου ο Δρακουμέλ...

Αφενός μεν μου κάνει εντύπωση που μου κάνει εντύπωση όλη αυτή η κατάντια αφετέρου δε αν σταματήσει να μου κάνει εντύπωση θα πει ότι συνήθισα τα σκουπίδια.

Υπήρξαν, όμως, ποτέ καλύτερες μέρες ή τελικά μια ζωή βολευόμασταν με τις εξαιρέσεις που επιβεβαίωναν τον κανόνα; Όχι μόνο στην τέχνη, στη μουσική, στα βιβλία, γενικά... Όλη η μιζέρια, η αγένεια, η καταστρατήγηση εργασιακών δικαιωμάτων, όλα αυτά είναι δυνατό να ξεφύτρωσαν εν μία νυκτί στο όνομα μιας οικονομικής κρίσης ή ήταν πάντα εδώ, αλλά σε χειμερία νάρκη; Κι από την άλλη, είμαστε πραγματικά τόσο κακοί και τόσο βλάκες; Γιατί ακούω και βλέπω τόσους πολλούς να μου κουνάνε διδακτικά το δάχτυλο, πίσω από οθόνες αλλά και δια ζώσης, παπαγαλίζοντας την ιστοριούλα του νεοέλληνα, που έφτασε εδώ που έφτασε γιατί ζούσε με δανεικά και τώρα ήρθε η ώρα να τα δώσει πίσω, δανεικά που έφαγε σε διακοπές, αυτοκίνητα, σκάφη, μπουζούκια, δανεικά που ζήτησε γιατί η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή, κάπως έτσι δεν ξεκίνησε όλο αυτό; Με λίστες για όλα αυτά που πρέπει να κάνεις για να είσαι ιν, με αφιερώματα σε ιλουστρασιόν χαρτί σε όλα αυτά που θα έπρεπε να έχεις για να είσαι κάποιος. Ναι ρε φίλε, αλλά άσε στην άκρη το τσουβάλιασμα, γιατί κάποιοι όταν οι τράπεζες μοίραζαν δάνεια και κάρτες σαν ζεστό ποπ κορν ήξεραν και το όχι, γιατί κάποιοι έλαβαν υπόψη τους και το "η ζωή είναι μεγάλη, μην την κάνεις καρναβάλι", όχι σαν τροχοπέδη για προσωπική και οικονομική ανάπτυξη, αλλά σαν την υπενθύμιση "απολαύστε υπεύθυνα" που εμφανίζεται στις διαφημίσεις των ποτών ή σαν τα μηνύματα κατά του καπνίσματος πάνω στα πακέτα τσιγάρων. Όλοι αυτοί φαντάζομαι πως ήταν οι εξαιρέσεις, βέβαια, γιατί αν δίνεις σημασία στα προειδοποιητικά μηνύματα, όταν δεν σε αγγίζουν άμεσα οι συνέπειες, χαρακτηρίζεσαι παράξενος, ηλίθιος ή απλά μαλάκας! Θυμήθηκα ανέκδοτο: Ένας τύπος αγοράζει τσιγάρα από το περίπτερο. Πάνω στο πακέτο γράφει ότι το κάπνισμα μπορεί να προκαλέσει σεξουαλική δυσλειτουργία. Ο τύπος το επιστρέφει στον περιπτερά λέγοντας "Φίλε, πιάσε ένα από αυτά που σκοτώνουν".


"Ποτέ δεν το βάζουμε κάτω!" Μαμαδίσια μεταμεσονύκτια συμβουλή της περασμένης εβδομάδας, για κάτι που με θύμωσε, με άγχωσε, με στενοχώρησε, με αυτή ακριβώς τη σειρά (και επίσης έγινε αφορμή για το προηγούμενο ποστ). Τι θα ήταν αυτός ο κόσμος χωρίς μαμαδίσιες συμβουλές και μαμαδίσιο φαγητό! Μου υπενθυμίζω ότι στο πιο αγαπημένο μου παραμύθι όλα ξεκίνησαν με έναν ανεμοστρόβιλο που έκανε τα πάντα σκόνη και θρύψαλα και στο τέλος δεν έλειψε το happy end. Ίσως είναι αστείο να θυμάμαι στην ηλικία μου τα παραμύθια που διάβαζα μικρή, όμως, αλήθεια, η άλλη επιλογή ποιά είναι; Να γίνω μια (ακόμα πιο) κυνική σκύλα, απλά επειδή τελούμε υπό οικονομική -και όχι μόνο- κρίση; Σόρρυ, δεν μου βγαίνει ή μάλλον μου βγαίνει μεν δεν μου αρέσει δε. Εν τέλει, υπάρχουν ακόμα και οι προαναφερθείσες εξαιρέσεις.
Μια ζωή με αυτές δεν βολευόμασταν;