Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

"Πολύ μόνη..."



"...και στο τέλος, όταν πια συνειδητοποιήσαμε τι ήταν αυτό που ακούγαμε, από τη μια να έχουμε πεθάνει στα γέλια  και από την άλλη  να θέλουμε να ανοίξει η γη και να μας καταπιεί, έτσι που την πάθαμε και γίναμε ρεζίλι σε όλο το χωριό. The end".

Μόλις ο Γιάννης ολοκλήρωσε τη φράση του, οι τέσσερις που κάθονταν γύρω από το τραπέζι αρχισαν να γελάνε δυνατά. "Ήταν τρομακτικό όταν συνέβη,εντάξει;" διαμαρτυρήθηκε με ύφος προσποιητά θιγμένο, πριν ξεσπάσει και ο ίδιος σε ηχηρά γέλια. "Γι'αυτό αποφεύγεις να μπαίνεις στην αποθήκη, κάθε φορά που επισκεπτόμαστε τα πάτρια;" ρώτησε η Τατιάνα, σκουπίζοντας με μια χαρτοπετσέτα τα δάκρυα από τα μάτια της. Η παρέα έκλαιγε, κυριολεκτικά, από τα γέλια.  "Κυρίες και κύριοι, μετά από δέκα χρόνια λύθηκε το μυστήριο" ανακοίνωσε με επίσημο ύφος στους φίλους της, που εξακολουθούσαν να γελάνε.

"Φτάνει, αρκετά με τις περιπέτειες του αντρειωμένου".
 Τώρα ήταν ο Γιώργος που μιλούσε.
" Για εμένα και τη Σοφία όλοι γνωρίζετε την ιστορία με τον παππού που έκανε ωτοστόπ". Οι άλλοι έγνεψαν καταφατικά.
"Κασσάνδρα, η σειρά σου!".

Η  γυναίκα που καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού κούνησε αργά το κεφάλι της, δεξιά αριστερά. "Αποκλείεται να μην έχεις ούτε μια παράξενη ιστορία" διαμαρτυρήθηκε η Σοφία, πίνοντας μια γουλιά λευκό κρασί. "Δίκιο έχει η Σόφη" επενέβη ο Γιάννης. "Τέσσερα βιβλία με ηρωίδα κυνηγό φαντασμάτων έχεις βγάλει...". "Και μάλιστα στο κέντρο της Αθήνας, αν είναι δυνατόν!" πετάχτηκε ο Γιώργος " Τόσες ιστορίες για φαντάσματα στα Εξάρχεια και στο Κολωνάκι σκαρφίζεσαι, πείτε και εσείς ρε παιδιά!". Ακολούθησε ένα βουητό από διαμαρτυρίες και επιφωνηματα και η Κασσάνδρα σήκωσε τα χέρια της, σαν υποψήφιος δήμαρχος  που κάνει νόημα στους ψηφοφόρους του να σωπάσουν για να ακουστούν οι βαρυσήμαντες δηλώσεις του, και με  βραχνή φωνή  ζήτησε ένα τσιγάρο από τον Γιάννη. Φύσηξε τον καπνό και πήρε στο χέρι της τον αναπτήρα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε κανείς. Τέσσερα ζευγάρια μάτια ήταν καρφωμένα στην Κασσάνδρα, ενώ εκείνη έμοιαζε να αφιερώνει όλη την προσοχή της στον πορτοκαλί πλαστικό αναπτήρα που κρατουσε. Με το ελεύθερο χέρι της τράβηξε πίσω από το αριστερό αυτί τις πυρόξανθες μπούκλες που έπεφταν στα μάτια της, μια κίνηση μηχανική, από αυτές που κάνουμε χωρίς σκέψη εκατοντάδες φορές κάθε μέρα. Μόλις συνειδητοποίησε τι είχε κάνει, ίσως από τις κλεφτές ματιές που πρόλαβαν να ανταλλάξουν οι φίλοι της, τράβηξε πάλι τα μαλλιά και τα έριξε μπροστά στο πρόσωπό της, τόσο ώστε να καλύπτουν την ουλή που άρχιζε από την εξωτερική γωνία του αριστερου ματιού και κατέληγε μέχρι την αρχή του λαιμού. Το προσεκτικό μακιγιάζ και ο χαμηλός φωτισμός, δυο λαμπατέρ και πολλά κεριά, φιλτράριζαν την εικόνα της Κασσάνδρας και της έδιναν μια όψη σχεδόν απόκοσμη. Τη σιωπή έσπασε η Τατιάνα. " Πες μας κάτι βρε Κασσάνδρα! Βοήθησέ μας να συνέλθουμε από τις βλακείες του Γιάννη, που νόμιζε ότι η κατσίκα του γείτονα ήταν το φάντασμα του παππού του!". Καινούργια γέλια στο τραπέζι. Ένα χαμόγελο αχνοφάνηκε στα χείλη της Κασσάνδρας. "Καλά λοιπόν... αφού επιμένετε...". Έσβησε το τσιγάρο της ενώ ο Γιώργος απογέμιζε τα ποτήρια με κρασί.  Τέσσερα ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν στη γυναίκα με τα ατίθασα πυρόξανθα μαλλιά. Τέσσερα ζευγάρια αυτιά αφουγκράζονταν τον βραχνό ψίθυρο της φωνής της.

" Δεν ξέρω αν έχετε κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο, κάτι που θέλετε πολύ να κάνετε, αλλά συνέχεια το αναβάλλετε" είπε χαμηλόφωνα η Κασσάνδρα και σταμάτησε, περιμένοντας απάντηση. Ο Γιάννης προσφέρθηκε: "Εγώ θέλω να πάω ένα Σαββατοκύριακο πεζοπορία, με διανυκτέρευση σε σκηνή και τέτοια πράγματα, αλλά...". "Αλλά κάθε Σάββατο αράζεις στον καναπέ και κάνεις ζάππινγκ ανάμεσα στο 'στην υγειά μας ρε παιδιά' και στο 'όλοι οι καλοί χωράνε', μούχλα!" συμπλήρωσε με ψεύτικη αγανάκτηση η Τατιάνα. "Συνέχισε Κασσάνδρα μου"...

"Το δικό μου όνειρο ήταν να απομονωθώ σε ένα σπίτι ή σε ένα ξενοδοχείο, αν ήταν και αποκλεισμένο από τα χιόνια ακόμα καλύτερα, και να γράψω ένα βιβλίο, με ήρωες φαντάσματα και άλλα πλάσματα της φαντασίας. Μέσα στην απόλυτη ησυχία, χωρίς να με ενοχλεί κανένας, ούτε τηλέφωνα, ούτε επισκέψεις, τίποτα, να ακούω μόνο τον ήχο από τα πλήκτρα της ξεχαρβαλωμένης γραφομηχανής μου. Μόλις έγραφα την τελευταία λέξη, θα άνοιγα μια σπάνια σαμπάνια, θα κάπνιζα ένα τσιγάρο -ίσως να ταίριαζε πούρο καλύτερα, αλλά δεν μου αρέσουν- και θα τηλεφωνούσα στον εκδότη για να του ανακοινώσω πως το επόμενο best seller ολοκληρώθηκε. Μου είχε καρφωθεί στο μυαλό από τότε που είδα τη 'Misery' του King.  Όπως είπατε κι εσείς, τα κατάφερα. Εν μέρει, όμως. Βλέπετε, τα τρία πρώτα βιβλία δεν τα έγραψα απομονωμένη, ούτε καν σε γραφομηχανή. Τα έγραψα σε laptop τελευταίας τεχνολογίας, με τον Αλέξανδρο και τη Λούνα να κάνουν φασαρία στο διπλανό δωμάτιο. Ο ένας έβλεπε αγώνες μπάσκετ και πανηγύριζε τα καλάθια της ομάδας του, η άλλη γάβγιζε  σαν τρελή, κι εγώ τους φώναζα να σταματήσουν επιτέλους, να σεβαστούν τη δουλειά μου. Τότε ο Αλέξανδρος μάλωνε το σκυλί, της έλεγε 'Πάμε να ζητήσεις αμέσως συγγνώμη, παλιοκόριτσο!'. Έμπαιναν στο γραφείο μου, με κατεβασμένα τα κεφάλια και οι δύο, η Λούνα κλαψούριζε και τριβόταν στο πόδι μου, ενώ ο Αλέξανδρος ζητούσε συγγνώμη για λογαριασμό και των δύο. Και, κάθε φορά, έπαιρνε ένα τσουλούφι που μου έπεφτε στα μάτια και το στερέωνε πίσω από το αυτί  κι έλεγε 'Καλύτερα έτσι'. Μετά, έκαναν ησυχία για λίγα λεπτά και ξανά πάλι τα ίδια. Συνήθισα, όμως, και στο τέλος δεν μπορούσα να δουλέψω χωρίς να τους ακούω.

Πριν το τέταρτο... Όταν ήρθε η ώρα για το τέταρτο, αποφάσισα πως έπρεπε να πραγματοποιήσω επιτέλους το ανεκπλήρωτο όνειρό μου. Σκέφτηκα πως, αφού στο σπίτι πια επικρατούσε ησυχία, και αφού δεν άντεχα με τίποτα αυτή την ησυχία την υποχρεωτική, την 'εκκωφαντική' όπως τη χαρακτήρισε μια ψυχολόγος με συγκαταβατικό ύφος, έπρεπε να κάνω κάτι, αλλιώς θα τρελαινόμουν. Έπρεπε να δικαιολογήσω την ησυχία, να προσποιηθώ, έστω, πως ήταν επιλογή μου. Απομονώθηκα για να γράψω, χρειαζόμουν απόλυτη ησυχία, τι πιο λογικό; Και αποφάσισα να πάω να μείνω για λίγο καιρό στο παλιό σπίτι, στο χωριό.

Οι γονείς μου, ούτε να το ακούσουν. Που θα πας μόνη σου, στην ερημιά, να έρθουμε μαζί, δεν θα ενοχλούμε... Με τα πολλά, μου έδωσαν τα κλειδιά αφού πρώτα με έβαλαν να τους ορκιστώ πως θα τους τηλεφωνούσα τρεις φορές τη μέρα. Δεν κάνω πλάκα, η μάνα μου κατέβασε μια εικόνα από το εικονοστάσι και με έβαλε να ορκιστώ λες και ήμουν μάρτυρας σε δικαστική σειρά της τηλεόρασης. Είχαν και αυτοί το δίκιο τους, βέβαια... ήταν Νοέμβρης  και το σπίτι είναι παλιό, δεν έχει καλοριφέρ ούτε air condition, μόνο μια μικρή σόμπα με ξύλα και ένα παμπάλαιο ηλεκτρικό σώμα για ζεστασιά. Εδώ που τα λέμε, δεν έχει ούτε σταθερό τηλέφωνο. Μόνο με το κινητό έχεις επαφή με τον έξω κόσμο, κι αυτό αναλόγως με την εταιρία: το δικό μου έχει σήμα μέσα στην κουζίνα μόνο και της αδερφής μου στο σαλόνι. Ύστερα, ήταν και το ζήτημα της υγείας μου που τους ανησυχούσε. Το χέρι μου βέβαια ήταν πολύ καλύτερα, μπορούσα να γράψω και να οδηγήσω. Το πρόβλημα ήταν κάτι χάπια που είχαν δώσει και, παρά τις διαμαρτυρίες μου, έκριναν απαραίτητο πως δεν έπρεπε να τα κόψω ακόμα. Υποτίθεται ότι βελτίωναν την ποιότητα της ζωής μου... Εγώ αυτό που ήξερα ήταν πως με είχαν μετατρέψει από ζωντανό άνθρωπο σε ζόμπι. Ήθελα να κλάψω και δεν μπορούσα, ήθελα να βουτήξω στη στεναχώρια μου ρε παιδί μου, να την απολαύσω όπως το γουρούνι κυλιέται στις λάσπες και κάτι με σταματούσε. Αυτό το έλεγαν ποιότητα ζωής, να κυκλοφορώ μουδιασμένη, 'comfortably numb' που λέει και το τραγούδι. Έπεφτα για ύπνο και αντί να βλέπω όνειρα, να ξυπνάω στη μέση της νύχτας και να αλλάζω πλευρό, όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι, εγώ βυθιζόμουν σε ένα κενό, χωρίς ήχο και εικόνες... Ένα black out, που έληγε το πρωί, απότομα, όπως είχε ξεκινήσει, χωρίς καμιά μνήμη, λες και τις προηγούμενες ώρες μου τις είχε ρουφήξει μια μαύρη τρύπα.  Άσε τις παρενέργειες... Αφού ό,τι βλακεία ή υπερβολή και να έκανα, κανένας από τους δικούς μου δεν την παρεξηγούσε. Μόνο κοιτάζονταν μεταξύ τους με νόημα και έλεγαν με περίλυπο ύφος 'Φταίνε τα χάπια'.

Τέλοσπάντων, ένα απόγευμα στα μέσα του περασμένου Νοέμβρη έφτασα στο χωριό, φορτωμένη  προμήθειες λες και ετοιμαζόμουν για εκστρατεία, ζεστά ρούχα, παπλώματα, κουβέρτες, τα αρωματικά κεριά που μου αρέσουν, το laptop βέβαια... Είχα κουβαλήσει μαζί και μια σαμπάνια, αν και δεν έκανε να πιω ακόμα, απλά για να την ανοίξω μόλις τελείωνα με το βιβλίο, φόρο τιμής στο ανεκπλήρωτο όνειρό μου. Τακτοποίησα τα πράγματα, άνοιξα λίγη ώρα τα παράθυρα του σαλονιού για να μπει καθαρός αέρας... Το βράδυ κάθισα μπροστά στο laptop. Άνοιξα ένα  αρχείο στο word, του έδωσα το όνομα "βιβλίο_4"  και έμεινα να κοιτάζω τη λευκή σελίδα. Έγραφα πέντε λέξεις, τις έσβηνα, τις ξαναέγραφα... Και εκεί, μέσα στην απόλυτη ησυχία, αρχίζω να σκέφτομαι πως έπρεπε να είχα ακούσει τους γονείς μου.  Τους διαβεβαίωνα στο τηλέφωνο πως όλα ήταν εντάξει, πως δεν είχα κανένα πρόβλημα, η ησυχία μου έκανε καλό, αλλά μέσα μου είχα ήδη αρχίσει να μετανιώνω, να σκέφτομαι πως τελικά είχα κάνει μεγάλη, τεράστια βλακεία. Η ησυχία του σπιτιού στο χωριό ήταν το ίδιο ενοχλητική με την ησυχία του δικού μου σπιτιού. Ποιά αλλαγή περιβάλλοντος και ποιά ανεκπλήρωτα όνειρα; Τίποτα δεν μπορούσε να μου βγάλει από το μυαλό την ενοχλητική, αληθινή, διαπίστωση πως στο εξής όπου και να πήγαινα θα ήμουν μόνη.  Άσε που μόλις άρχιζα να συνειδητοποιώ πως δεν ήμουν απλά μόνη, ήμουν ολομόναχη σε ένα κατσικοχώρι ξεχασμένο από το Θεό, με το κοντινότερο σπίτι να απέχει κάμποσα μέτρα. Αν δεν ήταν τόσο αργά, μπορεί να φόρτωνα τα πράγματά μου στο αυτοκίνητο και να γύριζα πίσω. Ξέρετε πως είναι όταν σου καρφώνεται μια ιδέα, οποιαδήποτε προσπάθεια λογικής προσέγγισης σκοντάφτει σε τοίχο. Εκεί που καθόμουν, μια-δυο φορές αισθάνθηκα σαν κάποιος να μου άγγιξε τα μαλλιά, τιναζόμουν λες και με χτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα και έψαχνα γύρω μου αλλά φυσικά δεν υπήρχε κανένας άλλος. Εγώ, που όταν έγραφα ήμουν πάντα τόσο ήρεμη και συγκεντρωμένη, τώρα έβρισκα χίλιες αφορμές για να σηκωθώ από την καρέκλα... Για να δω αν είναι εντάξει η φωτιά στη σόμπα, αν έχω κλείσει τον θερμοσίφωνα, αν το ψυγείο είναι στη σωστή θερμοκρασία, αν το κινητό μου εξακολουθεί να πιάνει δύο γραμμές στην κουζίνα, ό,τι μπορείς να φανταστείς.  Τελικά, σαν ηρωίδα θρίλερ δεύτερης διαλογής, έσπρωξα το μικρό σκρίνιο του χολ πίσω από την πόρτα, μπήκα κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού, άνοιξα την τηλεόραση και, χαζεύοντας μια κωμωδία, τελικά με πήρε ο ύπνος.   

Το επόμενο πρωί, ξύπνησα από το χτύπημα της πόρτας. Μου πήρε λίγη ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσω που βρισκόμουν και για ποιό λόγο το σκρίνιο βρισκόταν πίσω από την πόρτα. Τελικά ήταν μια γειτόνισσα. Νόμισε πως είχε δει φως στο σπίτι το προηγούμενο βράδυ και υπέθεσε πως είχε έρθει η μάνα μου. Της είχε φτιάξει ένα ταψάκι κολοκυθόπιτα, που ήξερε ότι της αρέσει. Προφανώς κάτι είχε πάρει το αυτί της, γιατί στα δέκα λεπτά που έμεινε με παρατηρούσε, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια διακριτικότητας, από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Της αναγνωρίζω, βέβαια, πως δεν ρώτησε τίποτα για μένα. Μόνο για το σκρίνιο. Της είπα ότι ήθελα να αλλάξω διακόσμηση. Έκανε ότι το πίστεψε και ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχε το φαϊ στη φωτιά και έπρεπε να φύγει.
Τακτοποίησα λίγο το σπίτι, έβαλα το σκρίνιο στη θέση του... Το φως της μέρας ξεθώριαζε τις ανησυχίες και τους φόβους της προηγούμενης νύχτας. Είχα την ευκαιρία να μείνω για λίγο μόνη μου, μακριά από όλους και όλα, και έπρεπε να την εκμεταλλευτώ. Ήμουν ασφαλής και δεν θα πάθαινα τίποτα. Μπήκα στο αμάξι και πήγα μια βόλτα μέχρι το μεγάλο χωριό, μισή ώρα δρόμο.  Εκεί υπάρχει ένα μικρό μαγαζάκι, λίγο καφενείο - λίγο εστιατόριο, που μου αρέσει πολύ. Ευτυχώς δεν είχε πολύ κόσμο. Έπιασα ένα ακριανό τραπεζάκι και στρώθηκα στη δουλειά. Οι πέντε λέξεις της προηγούμενης βραδιάς έδωσαν τη θέση τους σε ένα χείμαρρο από λόγια. Έγραφα, έγραφα, έγραφα, με μικρά διαλείμματα για φαγητό και καφέ, μέχρι που έπεσε ο ήλιος και γύρισα στο χωριό. 

Πέταξα τα γάντια και τις μπότες σε μια γωνιά και άναψα την ξυλόσομπα. Είχε σουρουπώσει. Μπήκα στην κουζίνα, έβαλα να βράσω νερό για ένα τσάι και κάθισα σε μια καρέκλα  για να τηλεφωνήσω, ακόμα μια φορά, στη μάνα μου. Της μετέφερα τα χαιρετίσματα της γειτόνισσας και της εξιστόρησα τη μέρα μου, τη βόλτα μου, την πρόοδο στη δουλειά μου. Δεν είπα τίποτα για το προηγούμενο βράδυ, ούτε για την ανησυχία μου ούτε για τους παράλογους φόβους μου. Έκλεισα το τηλέφωνο και άδειασα το βραστό νερό σε μια κούπα. Έριξα άλλη μια ματιά στη σόμπα, πάντα έχω άγχος με τη σόμπα, και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού, με την κούπα στα χερια  και τα τσουλούφια να μου πέφτουν στα μάτια όπως πάντα και για πρώτη φορά μετά από καιρό αισθάνομαι να κυλάνε στα μάγουλά μου δάκρυα. Ένα δυο στην αρχή και μετά περισσότερα και έμεινα εκεί πολλή ώρα, ακίνητη, μέχρι που συνειδητοποίησα πως κάμποσες σταγόνες από τα δάκρυά μου έπεφταν μέσα στην κούπα με το τσάι και μου φάνηκε τόσο αστείο... τόσο αστείο που θα έπινα τσάι ανακατεμένο με δάκρυα, σχεδόν γελοίο, και τότε άρχισα να γελάω! Σιγανά στην αρχή και μετά πιο δυνατά και ακόμα πιο δυνατά και όσο σκεφτόμουν πως ήμουν μόνη μέσα στο σπίτι, ολομόναχη, με το πιο κοντινό σπίτι τόσο μακριά που δεν με άκουγε κανένας, τόσο πιο δυνατά γελούσα. Είχα κουλουριαστεί στο κρεβάτι, πάνω στο μπεζ πάπλωμα που είχε γεμίσει καφέ σκούρες πιτσιλιές από το τσάι και χτυπιόμουν από τα γέλια, λες και μου είχαν πει το πιο αστείο ανέκδοτο που άκουσα ποτέ και  όσο πιο δυνατά γελούσα τόσο πιο έντονα με κυρίευε η βεβαιότητα πως δεν ήμουν πια μόνη. Τόσο βέβαιη ήμουν, που το είπα και φωναχτά, μέσα στα γέλια μου,  'Δεν είμαι πια μόνη'... Πριν προλάβω να τελειώσω τη φράση μου, οι μπούκλες που μου έπεφταν στα μάτια βρέθηκαν στερεωμένες πίσω από το αυτί μου. Έμεινα να κοιτάζω τα χέρια μου, που κρατούσαν ακόμα την κούπα με το τσάι, προσπάθησα να βρω κάτι να πω, αλλά η φωνή μου δεν έβγαινε. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πριν προλάβω να κάνω ένα βήμα, αισθάνθηκα κάτι να τρίβεται στο πόδι μου, σαν...σαν...."

"Σαν... σκυλί;"

Η φωνή του Γιάννη πρόδωσε την ταραχή του.  Το βλέμμα του, όπως και των υπολοιπων της παρέας, παρέμενε καρφωμένο στην Κασσάνδρα. Ένα ανεπαίσθητο νεύμα της έδωσε την απάντηση. Ένα ρεύμα αέρα, θαρρείς ενορχηστρωμένο από τη μπαγκέτα δαιμόνιου σκηνοθέτη, έκανε τις φλόγες των αναμμένων  κεριών να τρεμοπαίξουν. Οι φίλοι κοιτάζονταν μεταξύ τους, κανείς όμως δεν έπαιρνε την πρωτοβουλία να πει κάτι. Τελικά η Κασσάνδρα ήταν αυτή που μίλησε πρώτη. Άπλωσε το χέρι στο πακέτο του Γιάννη που καθόταν δίπλα της: "Μπορώ;". Εκείνος έγνεψε καταφατικά και η Κασσάνδρα πήρε ένα τσιγάρο.  Άναψε με τον πλαστικό αναπτήρα. Την ώρα που τραβούσε την πρώτη ρουφηξιά, η Τατιάνα καθάρισε τον λαιμό της και ρώτησε "Μάλλον ήταν από τα χάπια που έπαιρνες τότε; Θέλω να πω, δεν είχες άλλη τέτοια εμπειρία;".

 "Δεν ήταν από τα χάπια. Τα έχω κόψει εδώ και μήνες...". 
"Δηλαδή... εξακολουθείς να..." ήταν η σειρά του Γιώργου να μιλήσει. Έσφιγγε δυνατά το χέρι της Σοφίας που είχε κολλήσει επάνω του. 
"Μόνο όταν αισθάνομαι μόνη", απάντησε η Κασσάνδρα, με μια φυσικότητα που θα ταίριαζε περισσότερο αν τη ρωτούσαν κάθε πότε φοράει γυαλιά ηλίου. Μα φυσικά μόνο όταν έχει ήλιο. 
"Κασσάνδρα μου... αυτή τη στιγμή που μιλάμε" ψέλλισε η Σοφία με φωνή που μάταια προσπαθούσε να κρατήσει σταθερή "αισθάνεσαι μόνη;". 
"Πολύ",  απάντησε με ένα κουρασμένο χαμόγελο η Κασσάνδρα, ενώ έπαιζε στα χέρια της τον πορτοκαλί αναπτήρα του Γιάννη.
Μια ατίθαση μπούκλα που έπεφτε στα μάτια της ανασηκώθηκε,  σαν να τη φύσηξε -μόνο αυτή- δυνατός αέρας και βρέθηκε στερεωμένη πίσω από το αριστερό αυτί της. Ένα θρόισμα ακούστηκε κάτω από το τραπέζι και ο Γιάννης, στρέφοντας το βλέμμα χαμηλά, παρατήρησε έκπληκτος τις πτυχώσεις της μακριάς φούστας της Κασσάνδρας να μετακινούνται, ενώ τα πόδια της παρέμεναν ασάλευτα.
"Ούτε που φαντάζεσαι πόσο πολύ..."

  

PS: Μπορεί να μη γιορτάζουμε στις 31 του Οκτώβρη, αλλά... δεν μπορεσα να αντισταθώ : )





3 σχόλια:

  1. μας απογειωσες παλι ομορφια μου χιλια φιλια !!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, σας ευχαριστώ πολύ και τις δύο! :)))

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Έτοιμοι για απογείωση?