Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

"Το φάντασμα"



Φαινόταν κάπως αλαφροϊσκιωτη ακόμα και πριν αρχίσει να κυκλοφορεί - όσο κυκλοφορούσε τέλος πάντων - με αχτένιστα τα από καιρό βαμμένα  μαλλιά της, με τις ρίζες να ξεχωρίζουν κάτασπρες, φορώντας βρώμικα φαρδιά ρούχα, δικά της δημιουργήματα τα περισσότερα, σε μια παμπάλαιη  singer. Μπορεί να έφταιγε το οστεώδες πρόσωπο με το αυστηρό, βαθουλωμένο βλέμμα και το αδύνατο σκαρί της - από τον λαιμό και κάτω όπου  κοίταζες διέκρινες καθαρά τα κόκαλα, στο στέρνο, στους ώμους, στους καρπούς, στα δάχτυλα - η ουσία είναι ότι θύμιζε στοιχειό ,  φάντασμα. Και γι'αυτό της κόλλησαν το παρατσούκλι, το φάντασμα.
 Ακόμα και όταν ζούσε ο άντρας της εκείνη έβγαινε σπάνια από το σπίτι. Δεν ήθελε πολλά πάρε δώσε με τους γείτονες. Εκείνος έβγαινε κάθε πρωί, κατέβαινε προσεκτικά τα τέσσερα σκαλοπάτια και στεκόταν στο πεζοδρόμιο με τις ώρες, ακουμπώντας στον τοίχο του σπιτιού για να μην κουράζεται. Όποτε τον χαιρετούσε κάποιος περαστικός γείτονας, απαντούσε πάντα με τις ίδιες λέξεις, ποιός είναι, γιατί δε βλέπω, το ζάχαρο μου χάλασε τα μάτια. Μια, δυο, τρεις φορές, οι γείτονες σταμάτησαν να τον χαιρετάνε όταν περνούσαν από μπροστά του, αφού δεν τους έβλεπε, κι εκείνος έλεγε τότε Γιαννάκη, Κωστάκη, Γιωργάκη, ανάλογα με το ποιός ήταν ο περαστικός γείτονας, δεν θα με χαιρετίσεις;
 Περίεργα πράγματα. Πολύ περίεργα πράγματα.
Τα παράθυρα του σπιτιού ήταν πάντα κλειστά, λες και αν τρύπωνε μια αχτίδα φωτός όλα τα υπάρχοντα του ζεύγους, μαζί και οι δυο τους, σε κλάσματα του δευτερολέπτου θα γίνονταν σκόνη, γι'αυτό το σπίτι μύριζε κλεισούρα και ήταν πολύ σκοτεινό. Ο ένας τοίχος του σαλονιού ξεφλούδιζε από την υγρασία. Αυτά έλεγε στους πελάτες του, με ύφος γιαγιάς που διαβάζει τρομακτικό παραμύθι στα εγγόνια της,  ο κύριος Τόνυ που είχε το κομμωτήριο στη γωνία. Πήγαινε κάθε πρώτη του μήνα στο σπίτι που μύριζε κλεισούρα και κούρευε τον άντρα, η γυναίκα του το ζήτησε και εκείνος δέχτηκε, δεν είναι καιρός να διώχνεις πελάτες κυρία Σούλα μου, έλεγε με το μπουκάλι της λακ ανα χείρας και η κυρία Σούλα κούναγε καταφατικά το φρεσκοχτενισμένο κεφάλι, σαν να έλεγε ναι κύριε Τόνυ, χίλια δίκια έχεις, το κούναγε προσεχτικά όμως, μη χαλάσει η κόμμωση,  αν και η εικόνα του κυρίου Τόνυ να κουρεύει τα αραιωμένα  λευκά μαλλιά ενός γέρου ήταν παράταιρη, γιατί ήταν αυθεντία σε άλλα θέματα, ανταύγειες, περμανάντ, βαφή σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, εξτένσιονς... Να έχεις στη διάθεσή σου έναν Νταλί και να του ζητάς να σου ζωγραφίσει ένα ανθρωπάκι από αυτά που έχουν για κεφάλι έναν κύκλο, για σώμα μια γραμμή και για χέρια και για πόδια κι άλλες γραμμές ή να έχεις στη διάθεσή σου έναν Μπετόβεν και να του ζητάς να σου παίξει στο πιάνο τη μείζονα κλίμακα του Ντο. 
Το λες και ιεροσυλία.
 Ο γιός τους, επιστήμων όπως έλεγαν με καμάρι, δεν είχε πατήσει στο πατρικό του δεκαετίες ολόκληρες, από τότε που έφυγε για μεταπτυχιακά στο εξωτερικό. Εκεί ζούσε ακόμα, παντρεμένος με παιδιά πια και τηλεφωνούσε κάθε δεύτερη Κυριακή για να μαθαίνει πως περνάνε και μια φορά τον χρόνο έστελνε φωτογραφίες των παιδιών στον παππού και τη γιαγιά, φωτογραφίες που έμπαιναν σε κορνίζες και κατέληγαν παρατεταγμένες πάνω στον ξύλινο μπουφέ, που δεν έμοιαζε τώρα πια με μπουφέ αλλά με κάτι που ταίριαζε περισσότερο σε βιτρίνα καταστήματος για κορνίζες.
Από τη μέρα που πέθανε ο άντρας της, η μόνη έξοδός της ήταν μέχρι τον φούρνο. Έβγαινε από το σπίτι αξημέρωτα, σαν φάντασμα που έλεγαν και οι γείτονες, και επέστρεφε με καμιά δεκαριά φρατζόλες ψωμί. Ούτε μια, ούτε δυο, δέκα, και ήταν άξιο απορίας τι το έκανε τόσο ψωμί ένας άνθρωπος μόνος του. Αυτή ήταν η πρωινή έξοδος. Το βράδυ έβγαζε τα σκουπίδια της, σε μια μικρή νάυλον σακούλα και τα έριχνε στον κάδο και μετά, με την ελαφράδα αερικού, ξαναχανόταν στο άνοιγμα της πόρτας.
Τις περισσότερες ώρες τις περνούσε πίσω από τα κλειστά παντζούρια. Ώρες ατελείωτες, παρατηρούσε τον δρόμο, τους γείτονες, τις αδέσποτες γάτες. Δεν ήθελε πολλά πάρε δώσε μαζί τους αλλά της άρεσε να τους παρατηρεί από απόσταση, κρυμμένη πίσω από τα κλειστά παντζούρια, ασφαλής.
Μετά από δυο τρεις λογαριασμούς που έμειναν απλήρωτοι και μια σύντομη διακοπή ρεύματος ο γιος τα κανόνισε και τα πλήρωνε όλα μέσω της τράπεζας. 
Μια γειτόνισσα της έφερνε φαγητό, τη λυπόταν έλεγε, αλλά εκείνη τις περισσότερες φορές ούτε που το άγγιζε.
Μια παραμονή Χριστουγέννων ένα θαρραλέο πιτσιρίκι δώδεκα χρονών έβαλε στοίχημα με τον μεγαλύτερο αδελφό του ότι θα μπει στο μυστηριώδες σπίτι του φαντάσματος και χτύπησε το κουδούνι για να πει τα κάλαντα.  Άνοιξε η πόρτα, θαρρείς μόνη της και μια χαραμάδα μόνο, όπως ανοίγουν οι πόρτες στις ταινίες τρόμου, ο μικρός για κάμποσα δευτερόλεπτα δεν ήξερε τι να κάνει, να μείνει ή να φύγει, τελικά έμεινε και όση ώρα τραγουδούσε "καλήν εσπέραν άρχοντες" ακουγόταν από μέσα σαν κάποιος να έψαχνε κάτι, και όταν πια έφτασε στο "και του χρόνου!" η πόρτα άνοιξε λίγο ακόμα και ένα σκελετωμένο χέρι έδωσε στο αγόρι ένα στραπατσαρισμένο σοκολατάκι Τζοκόντα και ένα πλαστικό κόκκινο αβγό με ένα κοτοπουλάκι ζωγραφισμένο, από αυτά τα διακοσμητικά που στολίζουν το Πάσχα. Ο μικρός τα πήρε, ψέλλισε ένα ευχαριστώ και έφυγε τρέχοντας να συναντήσει τον αδελφό του που παρακολουθούσε από το απέναντι πεζοδρόμιο και όταν, τρεχάτοι και οι δυο τώρα, απομακρύνθηκαν  αρκετά , και οι χτύποι της καρδιάς τους βρήκαν ξανά τους κανονικούς τους ρυθμούς, άρχισαν να γελάνε και να λένε Χριστός Ανέστη και να λένε πως το σοκολατάκι ηταν τόσο παλιό που αναμφισβήτητα τη Μόνα Λίζα στο περιτύλιγμα πρόλαβε να τη ζωγραφίσει  ο Ντα Βίντσι αυτοπροσώπως και πως θα έπρεπε να γράφει πάνω το τηλέφωνο του κέντρου δηλητηριάσεων.
 Ένα βράδυ καλοκαιριού, κατά τις έντεκα θα ήταν, η γυναίκα άνοιξε το παράθυρο με θόρυβο, βιαστικά, με νευρικές κινήσεις. Εεεεεεεεε! φώναξε. Οι γείτονες απέναντι, που όπως κάθε βράδυ είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα καθισμένοι στη βεράντα τους, σταμάτησαν να μιλάνε. Ένας σηκώθηκε, διέσχισε τον δρόμο και πλησίασε την αγριεμένη φιγούρα στο παράθυρο. Θα γίνει πόλεμος, πες μου, θα γινει πόλεμος και θα πεθάνουμε όλοι, πες μου, θα μπούνε και στα σπίτια μας και θα μας σκοτώσουν, πες μου. Πνιχτά γέλια ακούστηκαν από απέναντι.  Καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια να αγνοήσει τη δυσωδία που του τρυπούσε τα ρουθούνια, μύριζε η γυναίκα, μύριζε το κλειστό σπίτι, έτσι πρέπει να μυρίζει ένας τάφος σκέφτηκε ο γείτονας και τέντωσε λίγο  τον λαιμό του προς το ανοιχτό παράθυρο και είδε πόλεμο, φωτιά, θάνατο, στην οθόνη της τηλεόρασης, κάποιο κανάλι έδειχνε το "full metal jacket" του Κιούμπρικ.
Η είδηση της επόμενης μέρας: το φάντασμα τρελάθηκε. Λάθος. Το φάντασμα τρελάθηκε, εντελώς πια.Αυτή ήταν η ακριβής διατύπωση και διάγνωση.
Μια μέρα, έτσι ξαφνικά, την πήραν. Έστειλε ο γιος της και την πήραν γιατί ήθελε να δώσει αντιπαροχή το πατρικό του και την πήγαν κάπου, μια ώρα μακριά, που είχε κι άλλα φαντάσματα. Χίλια ευρώ τον μήνα θα έδινε ο γιος, και το φάντασμα θα είχε όλες τις ανέσεις. Και κλειστή την τηλεόραση όταν παίζει Κιούμπρικ. Αυτά είπε η ψυχοπονιάρα γειτόνισσα, αυτή που της πήγαινε φαγητό καμιά φορά. Ο γιος της είχε τηλεφωνήσει, ποιός ξέρει πως βρήκε τον αριθμό της, και την είχε παρακαλέσει να είναι παρούσα την ώρα που θα την έπαιρναν, για να κλειδώσει και την επόμενη μέρα να δώσει το κλειδί στον πολιτικό μηχανικό.
Το σπίτι γκρεμίστηκε. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να πάρει τα παλιά πράγματα.
Πάει ο μπουφές με τις κορνίζες, πάει η παλιά singer.
Ρώτησαν οι γείτονες για το φάντασμα, με ενδιαφέρον, πολλές φορές, τη γειτόνισσα που είχε τα περισσότερα πάρε δώσε με τον γιο.
Ένα πρωί τους είπε ότι το φάντασμα πέθανε. 
Το σπίτι που μύριζε κλεισούρα είχε γίνει πια πολυκατοικία, οι γείτονες είχαν πάψει, μήνες ολόκληρους, να ρωτάνε.

6 σχόλια:

  1. Με συνεπήρε απίστευτα η διήγησή σου! Πολύ δυνατή γραφή!
    Γεμάτος ο κόσμος δυστυχώς από άτομα, που κάποιοι άφησαν να γίνουν "φαντάσματα"
    Φιλιά, καλό μεσημέρι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @ ΕΛΕΝΑ
    Σ'ευχαριστώ πολύ Ελενα!
    Πραγματικά υπάρχουν πολλά "φαντάσματα", απλά άλλους τους άφησαν και άλλοι, λιγότεροι ίσως, αφέθηκαν.
    Φιλιά, καλή εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @ {Marianna}
    Δυστυχώς, Μαριάννα, υπάρχουν πολλά φαντάσματα.
    Καλή εβδομάδα! Φιλάκια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Dorothy, πολύ δυνατό κείμενο. Δυνατό και ενοχλητικό ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @ Fotini
    Καλωσόρισες Φωτεινή! Σ'ευχαριστώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Έτοιμοι για απογείωση?